Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

''Ας ερχόσουν για λίγο...''



 Γράφει η Ιωάννα Λίλια

Κάθεται στο παράθυρο και χαζεύει καθώς το ραδιόφωνο παίζει παλιά αγαπημένα άσματα. Τα μάτια της, γίνονται ποτάμια με το άκουσμα της πρώτης μελωδίας. Δεν μπορεί να ελέγξει τις αισθήσεις της καθώς αυτή η βαριά και συνάμα τόσο αισθαντική φωνή τραγουδά τον στίχο "ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ" και το μυαλό της παίρνει φωτιά. Θαμπές αναμνήσεις με ένα άρωμα "παλιού" αναστατώνουν την λογική της και ξεσπά σε λυγμούς. Κοιτάζει τον ουρανό και το υγρό βλέμμα της χάνεται πέρα απ'τα σύννεφα. Στην αγωνιώδη προσπάθειά της, να ξεχωρίσει μια αγαπημένη φυσιογνωμία, φωνάζει δυνατά το όνομά του. 
Καθώς το τραγούδι συνεχίζει να παίζει, οι εικόνες γίνονται ολοένα και καθαρές, λες και το δάκρυ, ξέπλυνε την σκόνη από πάνω τους. 

Βλέπει τα χέρια. Γερασμένα, σκληρά, γεμάτα πληγές και κοψίματα απ' τον μόχθο κι όμως τόσο ευγενικά και "καθαρά" σαν ασπροσέντονο.
Βλέπει τα μάτια. Γκριζοπράσινα και ολοστρόγγυλα, που φωτίζουν τα πιο βαθιά σκοτάδια. 
Βλέπει τα μαλλιά. Άσπρα σαν μια κρύα, χιονισμένη μέρα του Δεκέμβρη.
Βλέπει τα χείλη. Ξερά και άχρωμα με την χαρακτηριστική μαύρη ελίτσα στην άκρη. 
Βλέπει το κορμί. Ψηλό και αγέρωχο. Αλύγιστο στις πείνες, στο ξύλο, στην εξορία.

Κλείνει τα μάτια της. Θέλει να ζήσει ξανά όσα πέρασαν και χάθηκαν στα χρόνια. 
Να νιώσει χαρά, κάθε που ξημέρωνε Πάσχα και οι οικογένειες ήταν εκεί από τις πέντε για τις προετοιμασίες. 
Να νιώσει πόνο, κάθε φορά που τους διηγούνταν ιστορίες απ' την Μακρόνησο.
Να νιώσει θλίψη, όταν τον είδε χτυπημένο, με αίματα να στάζουν στο πρόσωπο του. 
Να νιώσει νοσταλγία, όταν τα πρωινά της Κυριακής τους ξυπνούσε από τις έξι για την εκκλησία και όταν επέστρεφαν σπίτι, τους περίμενε εκείνο το λαχταριστό πρωινό με το παχύ γάλα από την αγελάδα τους. 
Να νιώσει ευτυχία, όταν κάθε καλοκαίρι έφευγαν για το χωριό με μια βαλίτσα ρούχα αλλά γύριζαν με μια έξτρα που ήταν γεμάτη αναμνήσεις. 
Να νιώσει αγάπη, κάθε φορά που τις σκέπαζε πριν πέσει για ύπνο. 
Να νιώσει ξεγνοιασιά, όταν στην αυλή στήνανε ένα κανονικό ταπητοκαθαριστήριο και δύο παιδικά κορμάκια, βουτούσαν με φόρα στις σαπουνάδες. 
Να νιώσει χαζά, όταν της επιτέθηκε ο κόκορας και αυτός πεσμένος κάτω απ' τα γέλια να της λέει: "Τρέχα! Θα στο φάει το αχλάδι". 
Να νιώσει ευλογία, όταν μεγάλωσε το αρνάκι τους και αρνήθηκε να το σφάξει. 
Να νιώσει υπερηφάνεια, κάθε φορά που τον άκουγε να μιλά και να χορεύει ποντιακά. 
Να νιώσει ευγνωμοσύνη, όταν της είπε: "Ο κόσμος είναι άδικος, μην γίνεις σαν κι αυτούς"!
Να νιώσει θυμό, όταν την μάλωσε πρώτη φορά για το κοντό της σορτσάκι. 
Να νιώσει οργή, όταν αρρώστησε. 
Να νιώσει μισή, όταν έφυγε και τον είδε για τελευταία φορά. 

Ανοίγει τα μάτια της. Σηκώνεται απ' την καρέκλα και αρχίζει να ψάχνει μανιωδώς τις φωτογραφίες. Θέλει να τον δει να την κοιτάζει κατάματα. 
Η ψυχή της σφαδάζει, η καρδιά της έτοιμη να πεταχτεί απ'το στήθος της και το τρέμουλο των χεριών της δεν την αφήνει να συντονίσει τις κινήσεις της. 
Βρίσκει το άλμπουμ βαθιά στο συρτάρι και βιαστικά το ανοίγει καθώς σκέψεις και τύψεις εναλλάσσονται στο μυαλό της. Πώς μπόρεσε να τον κρύψει μέσα σ'ένα συρτάρι; Πώς μπόρεσε να ξέχασει; Να τον αφήσει να ξεθωριάσει; Γιατί δεν μίλησε ποτέ στα παιδιά της γι'αυτόν; 
Τον κοιτάζει και η ψυχή της γαληνεύει. Ξέρει ότι την συγχωρεί. Είναι ο παππούς της. 
Αυτός, που με το ήθος και την γενναιότητα του έφερε ηρεμία στις τρικυμίες της οικογένειάς του. Αυτός, που άντεξε αδιαμαρτύρητος τους πόνους. Αυτός, που ήταν ένας απλός άνθρωπος και τώρα ταξιδεύει από σύννεφο σε σύννεφο. Αυτός, που αν είχε μια ευχή να πραγματοποιήσει, θα ήταν να έρχονταν για λίγο...

Ακούγονται τα κλειδιά στην πόρτα. Το σπίτι αλλάζει όψη από τις παιδικές φωνές. 
Ελάτε να σας πω μια ιστορία...

Υ.γ. Λένε, ότι όταν χάνεις κάτι τότε το εκτιμάς. Όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό στα αυτιά ορισμένων, η ζωή το επιβεβαιώνει. Πείτε Σ’ΑΓΑΠΩ στους αγαπημένους σας. ΧΟΡΤΑΣΤΕ τους φιλιά. ΧΑΡΙΣΤΕ τους αγκαλιές. Θα έρθει κάποια στιγμή που θα το θέλετε αλλά δεν θα μπορείτε. Όλα θα έχουν γίνει ανάμνηση.

Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που μου έμαθε να αγαπώ και να συγχωρώ. Στον παππού μου, που έφυγε χορτασμένος, πριν από 17 χρόνια. Σ’αγαπώ!




Ιωάννα Λίλια

1 σχόλιο: