Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΡΑΚΡΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΚΡΟΔΕΞΙΩΝ/ΦΑΣΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΤΟ ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΙΩΝΙΣΤΟΦΑΣΙΣΜΟΣ: 1944‒2014

Δρ Νικόλαος Λάος
Εταίρος της RTechno private intelligence company
Διευθυντής και Ιδρυτής του
Research Institute for Noopolitical and Geopolitical Studies (www.snorder.org)

Περιεχόμενα:
‒Κεφάλαιο 1: Ο ελληνικός φασισμός στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου
‒Κεφάλαιο 2: Η επίδραση του Ψυχρού Πολέμου στην εξέλιξη του φασιστικού και του νεοναζιστικού φαινομένου
‒Κεφάλαιο 3: Ο ελληνικός βραχίων του δικτύου «Stay Behind»: «Λ.Ο.Κ.» και «Επιχείρηση (Κόκκινη) Προβιά»
‒Κεφάλαιο 4: Οι πρωταγωνιστές του φασιστικού/νεοναζιστικού κινήματος στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1957-1967
‒Κεφάλαιο 5: Η Δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967: το φασιστικό παρακράτος καταλαμβάνει το κράτος
‒Κεφάλαιο 6: Το κίνημα του Ιωαννίδη και ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ
‒Κεφάλαιο 7: Η εξέλιξη του ακροδεξιού/φασιστικού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα μετά από την πτώση της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών

    Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΕΔΕ)
    Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ
    Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα-ΕΝΕΚ
    Κόμμα Προοδευτικών
    Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ)
    Ελεύθεροι Μαθητές
    Ελληνικό Μέτωπο
    Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) και Τρομοκρατική   Οργάνωση Φασιστών Αεκτζήδων (ΤΟΦΑ)
    Σκίνχεντ (Skinheads)
    Νέοι Εθνικοσοσιαλιστές
    ΦΕΠ-Ελληνικό Αύριο
    Οπαδοί του Αριστοτέλη Καλέντζη
    Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή
    Εθνικό Μέτωπο
    Εθνική Σταυροφορία
    Τετράδια Εθνικού Σοσιαλισμού
    Κόμμα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (ΚΕΜΕ)
    Λασπολόγος


    Τα πλοκάμια του Σιωνιστοφασισμού: το νήμα που συνδέει τη Χρυσή Αυγή με το  νεοσυντηρητικό καθεστώς Σαμαρά στην Ελλάδα, τον διεθνή σιωνιστοφασισμό και τα τεξανικά πετρελαϊκά συμφέροντα

‒Ιστορικό Παράρτημα Ι: Ο Μουσολίνι ως πράκτορας της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας MI5 και ο Χίτλερ ως ο σκιώδης θεμελιωτής του σιωνιστικού Κράτους του Ισραήλ

‒Ιστορικό Παράρτημα ΙΙ: Η σιωνιστοφασιστική κουλτούρα, ιδεολογία και νοοτροπία των θεμελιωτών του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης

‒Βιβλιογραφία


Κεφάλαιο 1: Ο ελληνικός φασισμός στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου

    Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, στην Ελλάδα, έδρασαν οργανώσεις με διακηρυγμένη φασιστική και ακόμη ναζιστική ιδεολογική ταυτότητα –όπως: το ανασυσταθέν Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Ελλάδος, η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ), η Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος (ΟΕΔΕ), η Εθνικοσοσιαλιστική Φρουρά Ελλάδος, η Οργάνωσις Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης (ΟΠΝΕ), η Ένωσις Φίλων Χίτλερ, η Εθνική Κοινωνική Επανάστασις, κ.ά.

    Το 1942, ο Σπυρίδων Γαλάτης, μέλος του «ουλαμού καταστροφών» της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων), κατασκεύασε και τοποθέτησε τη βόμβα που ανατίναξε το κτίριο της δωσιλογικής ΕΣΠΟ, στην οδό Πατησίων. Η ΕΣΠΟ, την περίοδο της μεγάλης πείνας, στρατολογούσε νέους εργάτες για την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας και επεδίωκε να δημιουργήσει λεγεώνα Ελλήνων εθελοντών για να πολεμήσουν στο ρωσικό μέτωπο στο πλευρό των Γερμανών. Κατά την προαναφερθείσα βομβιστική επίθεση στο κτίριο της ΕΣΠΟ, σκοτώθηκαν ο αρχηγός της, Σπυρίδων Στεροδήμου, συνεργάτες του και Γερμανοί της μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (GEP). Μετά από αυτό το γεγονός, η ΕΣΠΟ διαλύθηκε.

    Τον Απρίλιο του 1943, ο Ιωάννης Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της διορισμένης από τους Ναζί κυβέρνησης της «Ελληνικής Πολιτείας», προκαλώντας τη δυσαρέσκεια ακόμη και του Βασιλέα Γεωργίου Β’, ο οποίος, μαζί με την κυβέρνηση Τσουδερού, είχε εγκαταλείψει τη χώρα μετά από τη ναζιστική κατάκτηση. Ως κατοχικός πρωθυπουργός, ο Ιωάννης Ράλλης οργάνωσε τα «Τάγματα Ασφαλείας», των οποίων ο σκοπός ήταν η άμυνα της υπαίθρου και η αντιμετώπιση των ενόπλων κομμουνιστών του ΕΑΜ και των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων. Παρ’ ότι και ο Ράλλης εκτιμούσε, το 1943, ότι οι Σύμμαχοι, κι όχι το Τρίτο Ράιχ, θα κέρδιζαν τελικά τον πόλεμο, φρονούσε ότι η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, υπό την καθοδήγηση της Βέρμαχτ (γερμ. Deutsche Wehrmacht = γερμανική αμυντική δύναμη), όπως ονομάζονταν επίσημα οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, ήταν απαραίτητη για να αποτραπεί η επικράτηση των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας έφεραν στολή Μακεδονομάχου και γι’ αυτό έγιναν γνωστά ως «Γερμανοτσολιάδες». Ωστόσο, το επίσημο όνομα των τακτικών μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν «Τάγματα Ευζώνων».

    Όπως όλες οι υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού της Ελλάδας, έτσι και τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν υπό τη διοίκηση των Γερμανών κατακτητών. Επικαλούμενα ως αιτία της δράσης τους την ανάγκη αποτροπής του κομμουνιστικού κινδύνου, τα Τάγματα Ασφαλείας συμμετείχαν σε πολλές εγκληματικές ενέργειες και έγιναν ιδιαιτέρως μισητά στους δημοκρατικούς Έλληνες.

    Σύμφωνα με τον τότε Γερμανό στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας, στρατηγό Αλεξάντερ Λερ (Alexander Löhr), σκοπός της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκτός από την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», ήταν «να χρησιμοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, για να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας». Αυτό το σχέδιο πραγματοποιήθηκε με τη συγκρότηση δύο μορφών παραστρατιωτικών ομάδων: (α) εννέα «Τάγματα Ευζώνων» οργανωμένα από τη δωσιλογική κυβέρνηση Ράλλη, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών, και (β) είκοσι δύο εθελοντικά τάγματα, αυτοτελώς συγκροτημένα, συνολικής δύναμης 16.625 ανδρών.

    Γενικός προϊστάμενος ήταν ο στρατηγός Βάλτερ Σιμάνα (Walter Schimana), διοικητής των SS και της γερμανικής αστυνομίας και de facto κυβερνήτης της κατεχόμενης Ελλάδας από τον Οκτώβριο του 1943 έως και την αποχώρηση των Ναζί, τον Οκτώβριο του 1944. Σε αναφορά του προς το Γενικό Επιτελείο των SS, με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 1944, εκτιμά ότι τα μεν εθελοντικά τάγματα «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργή καταπολέμηση των συμμοριών» από τη Βέρμαχτ, τα δε ευζωνικά τμήματα «πολέμησαν τον κομμουνισμό και τις συμμορίες του ΕΛΑΣ με αξιοσημείωτη επιτυχία». Τις εκτιμήσεις του Σιμάνα συμμερίστηκε στην υπηρεσιακή του απάντηση, στις 10 Νοεμβρίου 1944, ο Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), ο οποίος απέστειλε το εξής τηλεγράφημα: «Σας εκφράζω τα συγχαρητήριά μου, επειδή κατορθώσατε να οργανώσετε τα υγιή και νομοταγή στοιχεία του ελληνικού λαού στα τμήματα των Ελλήνων εθελοντών καθώς και των Ευζώνων, και να τα οδηγήσετε σε άψογη συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα στον αγώνα κατά των Μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα».

    Όταν απέτυχε η εναντίον του Χίτλερ δολοφονική απόπειρα, στις 20 Ιουλίου 1944, ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας, έστειλε το ακόλουθο τηλεγράφημα προς τον Χίτλερ: «Οι 5.000 αξιωματικοί και άνδρες των ελληνικών εθελοντικών τμημάτων της Πελοποννήσου, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της όπισθεν αυτών, εκφράζουν την βαθυτάτην αγανάκτησίν των δια την εναντίον σας απόπειραν, σχεδιασθείσαν και επιχειρηθείσαν υπό υποκειμένων, τα οποία δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του αγώνος κατά του κομμουνισμού και των πλουτοκρατών συνεργατών του. Εκφράζουν την χαράν των δια την θαυμαστήν διάσωσίν σας, και κλίνουν με ευγνωμοσύνην το γόνυ ενώπιον του παντοδυνάμου Θεού, όστις ήπλωσε προσταυετικήν χείρα επάνω εις την ζωήν σας, δια να σας διαφυλάξει εις το Γερμανικόν Έθνος και εις την εν τω αγώνι κατά της κομουνιστικής πανώλης ηνωμένην Ευρώπην. Από της ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δραξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσε τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας: “Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ”». Οι επίσημες ευχαριστίες του Χίμλερ εκ μέρους του Χίτλερ προς τον Παπαδόγκωνα δημοσιεύθηκαν στην κατοχική εφημερίδα Αλήθεια της Τρίπολης, στο φύλλο της 6ης Αυγούστου 1944. Επίσης, η κατοχική εφημερίδα Καθημερινή, στο φύλλο της 13ης Αυγούστου 1944, δημοσίευσε τις επίσημες ευχαριστίες του Χίτλερ και του Χίμλερ προς τον αρχηγό των Ταγματασφαλιτών Πελοποννήσου, συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα.

Η εφημερίδα Καθημερινή, στις 13 Αυγούστου 1944, δημοσιεύει τις ευχαριστίες του Χίτλερ και του Χίμλερ, αρχηγού των SS και υπουργού εσωτερικών του Ράιχ, προς τον αρχηγό των Ταγματασφαλιτών Πελοποννήσου, συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα.

    Στη Βόρεια Ελλάδα, αξιοσημείωτη δράση, εκ μέρους των Ταγμάτων Ασφαλείας, ανέπτυξε ο Γεώργιος Πούλος, απότακτος αντισυνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού. Ο Γεώργιος Πούλος ήταν αντισυνταγματάρχης Μηχανικού ήδη κατά την περίοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου και υποστηρικτής των Βενιζελικών. Στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, έγινε μέλος της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς). Η ΕΕΕ ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1927, αλλά έκανε την πρώτη της εμφάνιση τέσσερεις μήνες αργότερα,  στις 4 Ιουνίου 1927, όταν εξέδωσε «Έκκληση προς τον ελληνικόν λαόν», στην οποία προπαγάνδιζε την αυτοδικία κατά των κομμουνιστών, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η πάταξη των «πονηρών και υπούλων κομμουνιστών» δεν έπρεπε να αφήνεται μόνο στα κρατικά όργανα, αλλά οι πολίτες όφειλαν «να εξεγερθώσι σύσσωμοι και συντρίψωσι ολοκληρωτικώς τους ταραξίας» (βλ. εφημερίδα Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος, 5 Ιουνίου 1927, και εφημερίδα Μακεδονικά Νέα, 5 Ιουνίου 1927).

    Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΕΕ συγκροτήθηκε με κέντρο τη Θεσσαλονίκη και στηρίχθηκε κυρίως από μέλη του βενιζελικού πολιτικού χώρου. Ιδρυτικά μέλη της ΕΕΕ ήταν ο Αλέξανδρος Ουσταπασίδης, που είχε αναλάβει προσωρινός πρόεδρος, και οι εξής: Χρήστος Νικολαϊδης, Γεώργιος Πατερίδης, Αναστάσιος Πολυχρονιάδης, Δημήτριος Χαριτόπουλος, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Τσομλεκτσόγλου, Ηλίας Παυλίδης, Ιορδάνης Κανιόγλου, Σταύρος Σταυριανός, Διογένης Σισμάνογλου, Κλεάνθης Νικολαϊδης, Αβραάμ Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Εμμανουηλίδης και Γεώργιος Κοσμίδης (βλ. Αρχείο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Αρχείο Διαθηκών-Σωματείων Νο. 794, ημερομηνία αναγνώρισης 5 Φεβρουαρίου 1927, Καταστατικόν 20 Ιανουαρίου 1927). Πρόεδρος της ΕΕΕ ανέλαβε στη συνέχεια ο ράπτης Γεώργιος Κοσμίδης, έχοντας τον Δημήτριο Χαριτόπουλο ως Γενικό Γραμματέα.  Ο δημοσιογράφος Νικόλαος Φαρδής, ο οποίος ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας Μακεδονία, πρόβαλλε από την εφημερίδα του τις αντικομμουνιστικές και αντιεβραϊκές κοινωνικο-πολιτικές δράσεις της ΕΕΕ. Η οργάνωση ΕΕΕ λάμβανε χρηματοδοτούνταν συστηματικά από τον Δήμο Θεσσαλονίκης και από μεγάλες τράπεζες. Ειδικότερα, όπως έγραψε η εφημερίδα Μακεδονικά Νέα στις 27 Ιουνίου 1933, η ΕΕΕ απολάμβανε «ανεπίσημον μεν πλην στοργικήν ενίσχυσιν εκ μέρους των αρχών και ορισμένων στρατιωτικών παραγόντων», και επίσης, όπως έγραψε σε επιστολή του ο Αναστάσιος Νταλίπης προς τον Φίλιππο Δραγούμη, η ΕΕΕ λάμβανε «διάφορα κονδύλια» από «τον Δήμο Θεσσαλονίκης, το υπουργείο Προνοίας και τις Τράπεζες Εθνική και Εκδοτική» (βλ. Χονδροματίδης, 2001).

    Στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, ο Γεώργιος Πούλος, μέλος της ΕΕΕ, προσέφερε εθελοντικώς τις υπηρεσίες του στους Ναζί. Ο Πούλος έγινε συνεργάτης της υπηρεσίας SS-Sonderkommando, δηλαδή της γερμανικής αντικατασκοπείας στην Ελλάδα. Σκοπός αυτής της υπηρεσίας ήταν η δημιουργία δικτύων πληροφοριοδοτών («χαφιέδων») στα μετόπισθεν του ΕΛΑΣ. Επίσης, με την υποστήριξη της γερμανικής Sicherheitsdienst (Υπηρεσία Ασφαλείας) και χάρη στη δράση χαφιέδων, όπως ο Ζωγράφος, ο Μαρινάκης, ο Σκανδάλης και ο Κοσμίδης, αναβίωσε και αναδιοργανώθηκε η φασιστική οργάνωση ΕΕΕ στη Θεσσαλονίκη, μέσω της οποίας ο Πούλος ανέπτυξε ευρεία προπαγανδιστική δράση υπέρ των Ναζί και εναντίον του «κομμουνιστικού κινδύνου». Στις 23 Μαΐου 2009, η εφημερίδα Καθημερινή, σε άρθρο της για τις διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, έγραψε τα εξής: «Ο απότακτος αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Πούλος, που στην Κατοχή πολέμησε στο πλευρό των Γερμανών, ηγούμενος εθελοντικού “Τάγματος Ασφαλείας” […] έλαβε από τα χέρια του στρατιωτικού διοικητή Θεσσαλονίκης και Β. Αιγαίου, Μαξ Μέρτεν, ως “επιβράβευση” για τις “καλές υπηρεσίες” του, τα κλειδιά του κοσμηματοπωλείου των αδερφών Ισαάκ και Ρόμπερτ Μποτόν επί της οδού Μητροπόλεως και Βασ. Κωνσταντίνου. Ρευστοποιώντας άμεσα τα τιμαλφή, αποκόμισε κέρδος 15.000 χρυσών λιρών».

Η παραστρατιωτική ομάδα του αντισυνταγματάρχη Γεωργίου Πούλου (μέλους της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ) παρελαύνει μαζί με Γερμανούς ναζί με τρομπέτες.

    Το 1943, ο Πούλος εντάχθηκε στο δεύτερο σύνταγμα Bradenburg και διεξήγε επιχειρήσεις στην περιοχή Γιαννιτσών και Πτολεμαΐδας. Την ίδια χρονιά, μέλη της παραστρατιωτικής ομάδας Πούλου έκαψαν το φίλα προσκείμενο προς το ΕΑΜ χωριό Ερμάκια. Επίσης, η ομάδα Πούλου ενισχύθηκε με 90 ακόμη εθελοντές Κρητικούς του Σούμπερτ. Την Άνοιξη του 1944, ο Πούλος επιχειρεί εναντίον του τομέα ευθύνης της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Στις 6 Απριλίου 1944, μονάδα της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ επιτίθεται στην ομάδα του Πούλου στο Βέρμιο, σκοτώνοντας 83 άνδρες του. Το καλοκαίρι του 1944, η ομάδα Πούλου ενισχύθηκε από το 5ο Τάγμα Ασφαλείας του Μαλτέζου και εξαπέλυσε σκληρές επιθέσεις εναντίον χωριών και οικογενειών που υποστήριζαν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Στα Γιαννιτσά, η ομάδα Πούλου εκτέλεσε 75 Έλληνες ως αντίποινα για την εκτέλεση ενός Γερμανού στρατιώτη από τον ΕΛΑΣ. Στον Χορτιάτη, η ομάδα Πούλου, με συνεργάτες τους τα SS, συγκέντρωσαν κατοίκους σε διάφορα οικήματα τα οποία έκαψαν με εμπρηστική σκόνη, ενώ όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν τους εκτελούσαν με στημένα πυροβόλα. Στο χωρίο Σκυλίτσι, η ομάδα Πούλου πραγματοποίησε εκτελέσεις αδιακρίτως. Σε χωριά της Καστοριάς, η ομάδα Πούλου, με επικεφαλής τον Κακλαμάνη, επέβαλε κεφαλικό φόρο, και όποιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να τον πληρώσουν εκτελούνταν.

    Μετά από την κατάρρευση του γερμανικού μετώπου στην ΕΣΣΔ, ο Πούλος ακολούθησε τα γερμανικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια και συνέχισε να πολεμά στο πλευρό τους. Ο Πούλος συνελήφθη από τις δυνάμεις των ΗΠΑ στην Αυστρία και μεταφέρθηκε, μαζί με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους, στο στρατόπεδο αιχμαλώτων Κορνβεστάιμ (Kornwestheim). Τελικά, μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, και, το 1947, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία από το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, και εκτελέστηκε.

    Μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο δωσίλογος πρώην πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης συνελήφθη και δικάστηκε για προδοσία. Στη δίκη του, τον Φεβρουάριο του 1945, την υπεράσπισή του ανέλαβαν ο υιός του και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Ράλλης, και ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Στη διάρκεια της δίκης, οι συνήγοροι του Ιωάννη Ράλλη, Γεώργιος Ράλλης και Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ισχυρίστηκαν ότι ο κατηγορούμενος προσέφερε σημαντικές εθνικές υπηρεσίες προς την Ελλάδα, όσο ήταν πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, με το να αποσοβήσει τον λιμό των Ελλήνων, δίδοντας καθημερινά έναν μισθό, και με το να σώσει πολλούς Έλληνες από το γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα και να βοηθήσει τη διαφυγή πολλών πολιτικών και άλλων σημαινόντων προσώπων στη Μέση Ανατολή. Το δικαστήριο έκρινε τον Ιωάννη Ράλλη ένοχο και τον καταδίκασε σε ισόβια δεσμά. Ο Ιωάννης Ράλλης πέθανε στη φυλακή τον Οκτώβριο του 1946.

    Η αλήθεια για το ήθος της δωσιλογικής κυβέρνησης Ιωάννη Ράλλη και των Ταγμάτων Ασφαλείας εξεφράσθη επισήμως από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Λονδίνου, ο οποίος, σε εκπομπή του, στις 16 Ιουλίου 1944, μετέδωσε τα εξής: «Ο Ι. Ράλλης, μαστροπός των ευγενεστέρων εθνικών παραδόσεων, στρατολογεί τους γενιτσάρους του και τους οπλίζει με τα όπλα που του δίνει ο πλέον θανάσιμος εχθρός του Ελληνισμού. Ο Ράλλης θα πληρώσει με το αίμα του […] Καλούμε τον ελληνικό λαό να κρατήσει σημείωσιν των ονομάτων εκείνων που τυχόν θα παραμείνουν εις τα Τάγματα. Η ώρα της τιμωρίας πλησιάζει. Ο κατάλογος θα είναι χρήσιμος». Επίσης, στις 17 Ιανουαρίου 1944, το ραδιοφωνικό πρόγραμμα «Φωνή της Αμερικής» μετέδωσε τα εξής: «Όσοι υπηρετούν εις τα Τάγματα Ασφαλείας είναι ένοχοι εσχάτης προδοσίας».

    Ένα ακόμη πρωταγωνιστικό πρόσωπο στην ιστορία του ελληνικού εξτρεμιστικού εθνικισμού και της ελληνικής ακροδεξιάς αυτής της περιόδου ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, ο οποίος είχε το ψευδώνυμο «Διγενής». Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, τον Ιούνιο του 1941, ο τότε αντισυνταγματάρχης Πεζικού Γρίβας ίδρυσε, στην Αθήνα, τη «Στρατιωτική Οργάνωση Γρίβα», η οποία μετονομάστηκε σε οργάνωση «Χ» τον Μάρτιο του 1943. Εξ ου και τα μέλη αυτής της οργάνωσης έγιναν γνωστά ως «Χίτες». Η οργάνωση «Χ» διακρινόταν για το ισχυρό μίσος της προς τους κομμουνιστές, για δολοφονίες υποστηρικτών και μελών του ΕΑΜ –συχνά με τη συνεργασία δυνάμεων της Χωροφυλακής και της Εθνοφρουράς– καθώς και για τον έντονο φιλοβασιλικό προσανατολισμό της.

    Το 1943, η «Χ» απέκτησε στενές επαφές με τη δωσιλογική κυβέρνηση, η οποία επισημοποιήθηκε με την υπογραφή πρωτοκόλλου συνεργασίας επτά «εθνικών οργανώσεων» (ήτοι των οργανώσεων: «Χ», ΡΑΝ, Εθνική Δράση, ΕΔΕΣ Αθήνας, ΕΔΕΜ, ΕΚΟ, Τρίαινα) με την Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου άμυνας της κατοχικής δωσιλογικής κυβέρνησης (βλ. Κωστόπουλος, 2005, σελ. 52). Ως αποτέλεσμα της προαναφερθείσας συμφωνίας συνεργασίας, όποτε τα μπλόκα των Ταγμάτων Ασφαλείας συνελάμβαναν ενόπλους που ανήκαν σε κάποια από τις προαναφερθείσες επτά οργανώσεις, τους άφηναν ελεύθερους και τους επέστρεφαν τον οπλισμό τους (βλ. Κωστόπουλος, 2005, σελ. 55). Επίσης, πολλά μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν συγχρόνως και μέλη της οργάνωσης «Χ» (βλ. Κωστόπουλος, 2005, σελ. 54).

    Από πολλές μαρτυρίες στη δίκη των δωσιλόγων, πληροφορούμαστε ότι η οργάνωση «Χ» προμηθευόταν γερμανικά όπλα μέσω της κυβέρνησης Ιωάννη Ράλλη. Ειδικότερα, στην κατάθεσή του, ο Κ. Ροδοκανάκης του ΕΔΕΣ δήλωσε: «Κατά το πλείστον τα όπλα αυτά τα επήρεν η “Χ” κατ’ Αύγουστον ή Σεπτέμβριον του 1944» (βλ. Αποστόλου, 1945, σελ. 67).

    Στο βιβλίο Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1943-1950, το οποίο επιμελήθηκε ο ιστορικός Ντέιβιντ Κλόουζ (David H. Close), διαβάζουμε: «Σε μερικές περιοχές όπως η Κρήτη, η νότια Πελοπόννησος και η Θεσσαλία, οι αντικομμουνιστικές συμμορίες ήταν περισσότερες από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας μέχρι το τέλος του 1946 ή και αργότερα ακόμα. […] Οι επίσημες δυνάμεις ασφαλείας βοηθούσαν τις δεύτερες [δηλαδή τις ακροδεξιές συμμορίες] διανέμοντάς τους όπλα σε μεγάλες ποσότητες (15.000 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1946 σύμφωνα με αγγλικούς υπολογισμούς), από τις κρυψώνες όπλων του ΕΛΑΣ που ανακαλύπτονταν. […] Οι συμμορίες διατηρούσαν συνήθως φιλικές σχέσεις με τις επίσημες δυνάμεις, κι ανάμεσά τους γινόταν συνεχής ανταλλαγή μελών. Μερικοί συμμορίτες όπως οι Κατσαρέας, Ζάρας και Αντόν Τσαούς ήταν παλιοί αξιωματικοί του στρατού ή της αστυνομίας, ενώ άλλοι πήραν αργότερα στρατιωτικούς βαθμούς» (Κλόουζ, 2000, σελ. 206). Στο ίδιο βιβλίο, διαβάζουμε: «Πολλές οργανώσεις και συμμορίες ενθαρρύνονταν από πράκτορες της “Χ” να συνάψουν σχέσεις με τη δική τους οργάνωση. Η “Χ” στρατολογούσε επίσης άφθονα μέλη από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας. Τον Σεπτέμβριο, λόγου χάρη, αναφέρθηκε ότι ανήκαν στη “Χ” 500 χωροφύλακες της Θεσσαλονίκης, που φρουρούσαν για λογαριασμό της μεγάλες ποσότητες όπλων. Ο Γρίβας, ο αρχηγός της “Χ”, συνεργαζόταν στενά με τον Κωνσταντίνο Βεντήρη ο οποίος, σύμφωνα με την αμερικανική πρεσβεία, ήταν αρχηγός του “εσωτερικού μυστικού κύκλου” του Γενικού Επιτελείου» (βλ. Κλόουζ, 2000, σελ. 207). Επίσης, στο προαναφερθέν βιβλίο, παρατίθενται τα ακόλουθα στοιχεία: «Ακόμη πιο εκτεταμένη υπήρξε η ‘ιδιωτική’ απονομή δικαιοσύνης από τις ένοπλες παρακρατικές συμμορίες της άκρας Δεξιάς –με ειδικά υψηλές επιδόσεις στην περιοχή της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας– οι οποίες ανήκαν στο ομοσπονδιακού χαρακτήρος “κόμμα των Χιτών” του κυπριακής καταγωγής Συνταγματάρχη Γ. Γρίβα. Οι περιορισμένες δυνάμεις της Χωροφυλακής και της Εθνοφρουράς, όταν δεν πραγματοποιούσαν κοινές επιχειρήσεις με τις συμμορίες αυτές, εφρόντιζαν να μην παρεμβαίνουν στο έργο τους» (βλ. Κλόουζ, 2000, σελ 226).

    Ο ιστορικός και δημοσιογράφος Μαρκ Μαζάουερ (Mark Mazower), στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Στην Ελλάδα του Χίτλερ, γράφει: «Στους δρόμους κάτω από το ναό του Θησείου, οι ένοπλοι της "Χ" αντάλλασσαν πυρά με τα περίπολα του ΕΛΑΣ κι έπαιρναν μέρος σε σημαίνουσες επιχειρήσεις πλάι στα Τάγματα Ασφαλείας. “Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, μ’ αυτούς που θα τον φέρουν πίσω”. Έτσι εκτιμούσε το πιστεύω τους ένας παρατηρητής» (βλ. Mazower, 1994, σελ. 378).

    Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Λίνκολν Μακ Βιγκ (Lincoln Mac Veagh), σε απόρρητη έκθεσή του με ημερομηνία 26 Οκτωβρίου 1945, έγραφε σχετικά με την οργάνωση «Χ»: «Καθώς μεγάλωνε ο έλεγχος των κομμουνιστών πάνω στον ΕΛΑΣ, η “Χ” γινόταν όλο και περισσότερο μια καθαρά αντικομμουνιστική οργάνωση. Λέγεται ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα πιθανά μέρη που βρίσκονται οι κομμουνιστές ηγέτες, και την ίδια στιγμή δεχόταν κάποια όπλα από τις γερμανικές αρχές, με τα οποία διεξήγε κατά καιρούς οδομαχίες κατά των Ελασιτών. Όσο μειωνόταν ο έλεγχος των Γερμανών πάνω στην Αθήνα, αυξάνονταν οι σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και “Χ”, κι αυτό ήταν σε βάρος της “Χ”» (βλ. Chouliaras and Georgakas, 1985).

    Η οργάνωση «Χ» ήταν στην ουσία μια ακροδεξιά συμμορία. Σύμφωνα με τον Κρις Γουντχάουζ, 5ο Βαρόνο του Τέρινγκτον (Terrington) –ο οποίος πολέμησε στην Ελλάδα εναντίον των Ναζί από τον Οκτώβριο του 1942 μέχρι το τέλος της Γερμανικής Κατοχής, ως υπαρχηγός αρχικά και στη συνέχεια ως αρχηγός της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής– η οργάνωση «Χ» δεν έχει θέση στον κατάλογο των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά αποτελεί εγκληματική οργάνωση. Γράφει, συγκεκριμένα, ο Γουντχάουζ στο βιβλίο του με τίτλο Το Μήλο της Έριδος (Apple of Discord): «Μια οργάνωση, για την οποία πολλά έχουν λεχθεί από την εποχή της Κατοχής, με την επωνυμία “Χ”. Αυτή η οργάνωση, που έγινε αργότερα γνωστή σαν όργανο “αμέσου δράσεως” της μοναρχικής Δεξιάς, κάτω από την ηγεσία του συνταγματάρχη Γρίβα, έχει ισχυρισθεί ότι ήταν αντιστασιακό κίνημα κατά την Κατοχή. Αν ο ισχυρισμός αυτός αλήθευε, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η μοναδική οργάνωση της Δεξιάς που δρούσε στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα, όμως, το όνομά της ήταν άγνωστο, ακόμα και λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί. Αλλά και τότε, πάλι, το όνομα αυτό δεν σήμαινε τίποτα, που να είχε σχέση με Αντίσταση. Μόνο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια απόκτησε μια ορισμένη σημασία: την απαίσια σημασία μιας Κου Κλουξ Κλαν. Κι αυτή επομένως η οργάνωση δεν έχει θέση σ’ αυτή την παρουσίαση (των αντιστασιακών οργανώσεων)» (βλ. Γουντχάουζ, 1976). Ας σημειωθεί ότι ο Γουντχάουζ διετέλεσε επίσης βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας κατά τα χρονικά διαστήματα 1959-1966 και 1970-1974 και επισκέπτης καθηγητής –ειδικός για ελληνικά ζητήματα– στο Nuffield College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

    Η οργάνωση «Χ» του Γρίβα έδειξε τον τρομοκρατικό της χαρακτήρα τρεις μόλις ημέρες μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδας, όταν μια ομάδα Χιτών πυροβόλησε αδιακρίτως εναντίον μιας διαδήλωσης και σκότωσε επτά πολίτες. Ο Περικλής Ροδάκης, στο βιβλίο του Δεκέμβρης 1944, περιγράφει το πολιτικό κλίμα και τη δράση των Χιτών στα τέλη του 1944 ως εξής: «Οι συγκρούσεις των εξοπλισμένων από τους Άγγλους πια δεξιών ομάδων (χθεσινών συνεργατών των Γερμανών) και ειδικά της “Χ”, γίνονται καθημερινό φαινόμενο στην Αθήνα. Στις 15/11/1944, μια διαδήλωση με αίτημα την τιμωρία των προδοτών και την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες του κατακτητή, χτυπήθηκε στην πλατεία Ομονοίας από “Χίτες”. Αποτέλεσμα 7 νεκροί και πολλοί τραυματίες» (βλ. Ροδάκης, 1984).

    Ο Γρίβας και η τρομοκρατική οργάνωση «Χ», της οποίας υπήρξε ο ιδρυτής και αρχηγός, κατόρθωσαν να ‘ξεπλύνουν’ από πάνω τους χαρακτηρισμούς του ληστή και του τρομοκράτη –παρ’ ότι επιδόθηκαν συστηματικά σε ληστρικές και τρομοκρατικές επιθέσεις τόσο στην ελληνική ύπαιθρο όσο και στην Αθήνα– με δύο κυρίως τρόπους: Πρώτον, τον Δεκέμβριο του 1944, οι Χίτες πολέμησαν μαζί με αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις και Ταγματασφαλίτες στην Αθήνα εναντίον του ΕΑΜ. Επειδή, λοιπόν, το Ελληνικό Κράτος και οι Άγγλοι θεώρησαν ότι χρειάζονταν τη βοήθεια των Χιτών για να πολεμήσουν εναντίον των ανταρτικών δυνάμεων του ΕΑΜ, που επεδίωκαν να εγκαθιδρύσουν κομμουνιστικό καθεστώς στην Ελλάδα, όχι μόνο το Ελληνικό Κράτος, μετά από την απελευθέρωση, δεν κατήργησε την οργάνωση «Χ», αλλά της προσέφερε ασυλία και έμμεση νομιμοποίηση και συνεργάστηκε μαζί της. Δεύτερον, το 1946, ο Γρίβας παραιτήθηκε από την ενεργό υπηρεσία, και, το 1959, η Βουλή των Ελλήνων τον προήγαγε, από αντισυνταγματάρχη, σε αντιστράτηγο, και του απένειμε ειδική σύνταξη.

    Επίσης, τον Ιούνιο του 1964, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου έστειλε τον Γρίβα στην Κύπρο ως επικεφαλής μιας μεραρχίας 5.000 στρατιωτών και του ανέθεσε την αρχηγία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και στη συνέχεια και της Εθνικής Φρουράς. Τον Νοέμβριο του 1967, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις της Κύπρου υπό τη διοίκηση του Γρίβα επιτέθηκαν στους Τουρκοκυπρίους στις περιοχές Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου δυτικά της Λάρνακας, με αποτέλεσμα το θάνατο 22 Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε αυτήν την εγκληματική και πολιτικά ανόητη ενέργεια του Γρίβα και απείλησε να εισβάλει στην Κύπρο. Τελικά, η ελληνική μεραρχία αποσύρθηκε από το νησί με απόφαση της ελληνικής χούντας του Γεωργίου Παπαδόπουλου και ο Γρίβας ανακλήθηκε. Το καλοκαίρι του 1971, ο Γρίβας επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο και ίδρυσε την ένοπλη οργάνωση «ΕΟΚΑ Β’» (ΕΟΚΑ= Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών). Σε συνεργασία με την ελληνική χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ υπονόμευσε συστηματικά τον Πρόεδρο της Κύπρου Μακάριο.

    Μια ακόμη ακροδεξιά οργάνωση που έμεινε στην ιστορία ήταν εκείνη του Ευαγγέλου Μαγγανά. Ο Ευάγγελος Μαγγανάς ήταν αγρότης στο επάγγελμα και ηγετική φυσιογνωμία του εθνικιστικού χώρου στη Μεσσηνία. Μετά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) –με την οποία η τότε κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα και το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (ΕΑΜ) συμφώνησαν για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις πολιτικές ελευθερίες– ο Μαγγανάς συνέχισε τις επιθέσεις του εναντίον των κομμουνιστών και συγκρότησε γι’ αυτόν τον σκοπό ένοπλη ομάδα. Η εφημερίδα Ριζοσπάστης, στο φύλλο της 22 Ιανουαρίου 1946, κατηγόρησε τον Μαγγανά για αρκετά εγκλήματα και ακόμη έγραψε ότι, στα τέλη του 1945, ο Μαγγανάς, ενώ είχε καταδικαστεί ερήμην σε ισόβια κάθειρξη και είχε συλληφθεί από τις αρχές, δραπέτευσε με τη βοήθεια χωροφυλάκων.

    Η ενέργεια που έκανε πανελληνίως γνωστό τον Μαγγανά ήταν η κατάληψη από τον ίδιο και την ομάδα του ολόκληρης της πόλης της Καλαμάτας στις 20 Ιανουαρίου 1946. Τον Ιανουάριο του 1946, οι ακροδεξιοί της Καλαμάτας ήταν ήδη εξαγριωμένοι λόγω των εξής γεγονότων: στις 16 Ιανουαρίου 1946, κομμουνιστές αντάρτες δολοφόνησαν σε ενέδρα, στον δρόμο Σπάρτης-Κροκεών, τον αρχηγό της οργάνωσης «Χ» Λακωνίας, δικηγόρο Γεώργιο Κοντοβουνήσιο, τον εξάχρονο υιό του και δύο συνοδούς του· η εφαρμογή του νόμου της κυβέρνησης Σοφούλη «περί αποσυμφορήσεως φυλακών» είχε ως αποτέλεσμα την αποφυλάκιση πολλών αριστερών κρατουμένων από τις τοπικές φυλακές, εξαγριώνοντας ακόμη περισσότερο τους ακροδεξιούς κατοίκους της Καλαμάτας. Σε ανταπάντηση προς την επίθεση των Αριστερών εναντίον του αρχηγού της «Χ» Λακωνίας, ένοπλοι Δεξιοί στην Καλαμάτα επιτέθηκαν με περίστροφα και χειροβομβίδες στο καφενείο του Κατσαρού όπου σύχναζαν αριστεροί, σκοτώνοντας δύο άτομα και τραυματίζοντας άλλα τέσσερα. Ακολούθησαν περαιτέρω συμπλοκές μεταξύ Αριστερών και Δεξιών. Οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν αρκετούς Δεξιούς ως υπόπτους για τη δολοφονική επίθεση στο καφενείο του Κατσαρού, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις Δεξιών κατοίκων της Καλαμάτας.

    Στις 20 Ιανουαρίου, έχοντας συγκεντρώσει πολυπληθή παραστρατιωτική δύναμη, ο Μαγγανάς κατέλαβε ολόκληρη την πόλη της Καλαμάτας (βλ. Μαργαρίτης, 2000). Άνδρες του Μαγγανά απελευθέρωσαν, από τις φυλακές του Α’ Αστυνομικού Τμήματος, όπου κρατούνταν, τους συλληφθέντες που κατηγορούνταν για την επίθεση στο καφενείο του Κατσαρού καθώς και κρατουμένους δωσιλόγους.

    Συγκλονισμένη από την είδηση της κατάληψης της πόλης της Καλαμάτας από την ομάδα Μαγγανά, η κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη κήρυξε στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία και έστειλε στην Καλαμάτα τμήματα του Ελληνικού Στρατού υπό τη διοίκηση του στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου, Ν. Παπαδόπουλου, καθώς και το αντιτορπιλικό «Κρήτη». Ωστόσο, στις 21 Ιανουαρίου, αφού πήρε μαζί της περίπου 100 αιχμαλώτους ως ‘ανθρώπινη ασπίδα’, η ομάδα Μαγγανά αποχώρησε από την Καλαμάτα και κατέφυγε στα γύρω βουνά. Επιτροπή που συγκροτήθηκε από τοπικούς παράγοντες κατάφερε να πείσει την ομάδα Μαγγανά να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους, όπως και έγινε.

    Μετά από την κατάληψη της Καλαμάτας, ο Μαγγανάς επικηρύχθηκε από το Ελληνικό Κράτος με το ποσό των 10 εκατομμυρίων δραχμών και, στις 27 Φεβρουαρίου 1946, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο, αλλά εκείνος συνέχιζε την εγκληματική δραστηριότητά του σε άλλες περιοχές της Μεσσηνίας. Τελικά, στις 22 Μαΐου 1946, ο Μαγγανάς συνελήφθη και μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ.

    Τελικώς, ο Μαγγανάς –παρ’ ότι το Έκτακτο Στρατοδικείο τον είχε ήδη καταδικάσει  σε θάνατο– οδηγήθηκε σε δίκη το 1947 από το Α’ Κακουργιοδικείο Πειραιά, έχοντας την αμέριστη στήριξη πολλών παραγόντων της Δεξιάς, η οποία, στο μεταξύ, είχε αναλάβει την κυβέρνηση, εφόσον το «Λαϊκό Κόμμα» νίκησε στις εθνικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 και πρωθυπουργός έγινε ο αρχηγός του «Λαϊκού Κόμματος», Κωνσταντίνος Τσαλδάρης.

    Η πρώτη δίκη του Μαγγανά άρχισε στις 24 Απριλίου 1947 στο Α’ Κακουργιοδικείο Πειραιά, το οποίο τελικά τον αθώωσε στις 24 Μαΐου του επομένου έτους (βλ. εφημερίδα Εμπρός, 25 Μαΐου 1948). Ακολούθησε δεύτερη δίκη του στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο του 1948, αλλά αθωώθηκε και πάλι, αφού οι μάρτυρες κατηγορίας φοβήθηκαν να προσέλθουν στο δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις δίκες του Μαγγανά, υπήρχε ισχυρή παρουσία Δεξιών υποστηρικτών του, οι οποίοι διαδήλωναν υπέρ του, και η οργάνωση «Χ» προσέφερε ορισμένους από τους καλύτερους δικηγόρους της ως συνηγόρους του Μαγγανά (βλ. περιοδικό Ιστορικές Σελίδες, τεύχος 21, σελ 42). Επίσης, στη Βουλή των Ελλήνων, ορισμένοι βουλευτές της Δεξιάς υποστήριξαν ευθέως και απροκάλυπτα ότι η δράση του Μαγγανά είχε εθνικό χαρακτήρα, δείχνοντας αφενός ότι η διάκριση μεταξύ ‘κράτους’ και ‘παρακράτους’ ήταν ασαφής, αφετέρου ότι, στο νεοελληνικό κράτος, η λειτουργία του θεσμού της Δικαιοσύνης ήταν προβληματική και αναξιόπιστη.

Κεφάλαιο 2: Η επίδραση του Ψυχρού Πολέμου στην εξέλιξη του φασιστικού και του νεοναζιστικού φαινομένου

    Μετά από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ και ειδικότερα το ΝΑΤΟ οργάνωσαν στη Δυτική Ευρώπη ένα μυστικό και χωρίς επίσημη νομιμοποίηση παρακρατικό, αντικομμουνιστικό δίκτυο «αποσταθεροποιητικής δραστηριότητας» γνωστό με την κωδική ονομασία «Stay Behind» («μείνε πίσω», δηλαδή οπισθοφυλακή). Το δίκτυο έδρασε σε διάφορες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και γενικότερα του «Δυτικού Μπλοκ» με διαφορετική ονομασία και μέσω διαφορετικών φορέων στην καθεμιά: ως «Gladio» (Ξίφος) στην Ιταλία, ως «Κόκκινη Προβιά» και ως «Λόχος Ορεινών Καταδρομών» (ΛΟΚ) στην Ελλάδα, ως «Operation Stay Behind» και ως «Auxiliary Units» (Βοηθητικές Μονάδες) στη Μεγάλη Βρετανία, «O&I» στην Ολλανδία, ως «Plan Bleu», ως «La Rose des Vents» και ως «Arc-en-ciel» στη Γαλλία, ως «S.D.R.A.VIII» και ως «S.T.C./Mob.» στο Βέλγιο, ως «ROC» στη Νορβηγία, ως «Nihtilä-Haahti plan» στη Φινλανδία, ως «Arla gryning» και ως «Informationsbyrån» στη Σουηδία, ως «Absalon» στη Δανία, ως «OWSGV» στην Αυστρία, ως «Project-26» (Σχέδιο-26) στην Ελβετία, ως «Ergenekon» στην Τουρκία και ως «Regional Force Surveillance Units» στην Αυστραλία (βλ. στη Βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος της παρούσας μελέτης τα εξής βιβλία: Colby, 1978· Ganser, 2005· Gijsels, 1991·Willems, 1991).

    Η πρώτη αποκάλυψη του δικτύου «Stay Behind» ξεκίνησε από την Ιταλία, όπου λειτουργούσε με την επωνυμία Gladio. Ο ιταλικός βραχίων του ΝΑΤΟϊκού παρακρατικού δικτύου «Stay Behind» οργανώθηκε υπό την εποπτεία του Πάολο Ταβιάνι (Paolo Taviani), υπουργού άμυνας της Ιταλίας από το 1953 έως το 1958. Ωστόσο, η ύπαρξη του δικτύου Gladio ήρθε στη δημοσιότητα όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζούλιο Αντρεότι (Giulio Andreotti), το αποκάλυψε στην ιταλική Βουλή των Αντιπροσώπων στις 24 Οκτωβρίου 1990, αν και ο ακροδεξιός τρομοκράτης Βιντσέντσο Βιντσιγκουέρα (Vincenzo Vinciguerra) είχε ήδη αποκαλύψει την ύπαρξη του Gladio κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1984. Ο Έντουαρντ Χέρμαν (Edward S. Herman) –ο οποίος είναι διακεκριμένος αναλυτής σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια (University of Pennsylvania)– έχει γράψει, αναλύοντας την απόκρυψη της Δυτικής τρομοκρατίας, ότι «και ο πρόεδρος της Ιταλίας, Φραντσέσκο Κοσίγκα (Francesco Cossiga), και ο πρωθυπουργός Τζούλιο Αντρεότι είχαν αναμειχθεί στην οργάνωση Gladio και στη συγκάλυψη» (βλ. Herman, 1991).

Τζούλιο Αντρεότι.

    Ο Χριστιανοδημοκράτης πρωθυπουργός Τζούλιο Αντρεότι παραδέχθηκε δημόσια την ύπαρξη και τη δράση της οργάνωσης Gladio στις 24 οκτωβρίου 1990, και είπε, συγκεκριμένα, ότι ήταν μια «δομή πληροφοριών, ανταπάντησης και διασφάλισης» η οποία διέθετε κρύπτες όπλων και εφεδρείες αξιωματικών. Επίσης, υπέβαλε έναν κατάλογο 622 πολιτών που, κατά τη γνώμη του, ήταν μέλη της Gladio προς την «Επιτροπή Στράτζι» (Commissione Stragi), η οποία ήταν μια κοινοβουλευτική επιτροπή, υπό την προεδρία του γερουσιαστή Τζιοβάνι Πελεγκρίνο (Giovanni Pellegrino), υπεύθυνη για τη διερεύνηση των βομβιστικών ενεργειών που έλαβαν χώρα στην Ιταλία κατά την ταραχώδη περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

    Ο Αντρεότι διαβεβαίωσε ότι είχαν εξαρθρωθεί 127 κρύπτες όπλων της Gladio και δήλωσε ότι η Gladio δεν είχε ανάμειξη στις βομβιστικές ενέργειες που έλαβαν χώρα στην Ιταλία από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ωστόσο, περαιτέρω στοιχεία που ήρθαν στο φως απέδειξαν ότι φασίστες συνδεδεμένοι με τη Gladio είχαν ανάμειξη στη βομβιστική επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα το 1969, στη βομβιστική επίθεση στο Πετεάνο το 1972 με πρωταγωνιστή τον Βιντσέντσο Βιντσιγκουέρα, και στη σφαγή της Μπολόνια το 1980, στην οποία αξιωματικοί της ιταλικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών (SISMI) καταδικάστηκαν για παραπλάνηση της διαδικασίας διερεύνησης της υπόθεσης, μαζί με τον αρχηγό της ιταλικής μασονικής στοάς P2 («Propaganda Due»), Λίτσιο Τζελι (Licio Gelli), ο οποίος είχε καταστήσει τη μασονική στοά P2 μια ανεξέλεγκτη παρακρατική φασιστική οργάνωση.

    Σύμφωνα με τον Αντρεότι, η ιταλική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών εντάχθηκε το 1964 στη Συμμαχική Μυστική Επιτροπή (Allied Clandestine Committee), η οποία είχε ιδρυθεί το 1957 από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ελλάδα, και η οποία ήταν υπεύθυνη για τη διοίκηση της ιταλικής Gladio. Επίσης, ο Αντρεότι δήλωσε ότι το δίκτυο «Stay Behind» στην Ευρώπη τέθηκε υπό την ευρεία εποπτεία του ΝΑΤΟ το 1959. Όμως ο κατάλογος μελών της Gladio που έδωσε ο Αντρεότι δεν ήταν πλήρης. Για παράδειγμα, δεν περιελάμβανε τον Αντόνιο Αρκόντε (Antonio Arconte), ο οποίος αποκάλυψε ότι η οργάνωση Gladio είχε στενούς δεσμούς και με την ιταλική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών (την τότε SID) και με τη στρατηγική του ΝΑΤΟ.

    Το 2000, μια αναφορά κοινοβουλευτικής επιτροπής του «Gruppo Democratici di Sinistra l’ Ulivo» (του περιβόητου Συνασπισμού της Ελιάς με πρόεδρο τον Ρομάνο Πρόντι) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η «στρατηγική της έντασης» (μέσω φασιστικών οργανώσεων και ακροδεξιάς τρομοκρατίας) είχε υποστηριχθεί από τις ΗΠΑ «για να αποκλείσουν το PCI [Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας] και σε κάποιον βαθμό και το PSI [Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας] από το να κατακτήσουν την εκτελεστική εξουσία στη χώρα». Επίσης, το 2000, σε έκθεσή της, η ιταλική Γερουσία συμπέρανε ότι «εκείνες οι σφαγές, εκείνες οι βόμβες, εκείνες οι στρατιωτικές ενέργειες είχαν οργανωθεί ή προωθηθεί ή υποστηριχθεί από ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα στους θεσμούς του ιταλικού κράτους και, όπως έχει ανακαλυφθεί πιο πρόσφατα, από ανθρώπους συνδεδεμένους με τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών». Η έγκυρη βρετανική εφημερίδα The Guardian, στο φύλλο της 24ης Ιουνίου 2000, δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για την προαναφερθείσα έκθεση της ιταλικής Γερουσίας και ειδικότερα έγραψε τα εξής: σύμφωνα με την έκθεση της ιταλικής Γερουσίας, «οι μυστικοί πράκτορες των ΗΠΑ ήταν πληροφορημένοι εκ των προτέρων για διάφορες δεξιές τρομοκρατικές βομβιστικές ενέργειες, περιλαμβανομένων της βομβιστικής ενέργειας στην Πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο τον Δεκέμβριο του 1969 και της βομβιστικής ενέργειας στην Πιάτσα ντέλα Λότζια στη Μπρέσια πέντε χρόνια αργότερα, αλλά δεν έκαναν τίποτε για να προειδοποιήσουν τις ιταλικές αρχές ούτε για να αποτρέψουν τις επιθέσεις από το να συμβούν». Επίσης, σύμφωνα με το προαναφερθέν ρεπορτάζ της εφημερίδας The Guardian, η έκθεση της ιταλικής Γερουσίας αναφέρει ότι Πίνο Ραούτι (Pino Rauti), αρχηγός του κόμματος «MSI Fiamma-Tricolore», ο οποίος παλαιότερα είχε ιδρύσει τη φασιστική ανατρεπτική οργάνωση «Όρντινε Νουόβο» (Ordine Nuovo), δηλαδή «Νέα Τάξη», λάμβανε τακτική χρηματοδότηση από έναν αξιωματικό του τμήματος τύπου της πρεσβείας των ΗΠΑ στη Ρώμη.

    Ορισμένα στελέχη της Gladio δήλωσαν ότι ορισμένες από τις τρομοκρατικές ενέργειες που διέπραξαν μέλη της Gladio έγιναν χωρίς την επίσημη έκκριση της διοίκησης του δικτύου. Για παράδειγμα, ο Ιταλός στρατηγός Τζεράλντο Σραβάλε (Geraldo Serravalle), αρχηγός της Gladio από το 1971 έως το 1974, είπε το 1990 σε τηλεοπτικό πρόγραμμα ότι τώρα πλέον θεωρεί ότι η ανατίναξη εν πτήση του αεροπλάνου Argo 16 στις 23 Νοεμβρίου 1973 ήταν ενέργεια μελών της Gladio που αρνούνταν να παραδώσουν τις κρύπτες με τα όπλα τους (βλ. σχετικά δημοσίευμα στην εφημερίδα The Independent, 1 Δεκεμβρίου 1990).

    Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάλυση του ρόλου του ακροδεξιού/φασιστικού παρακράτους στη δολοφονία του Ιταλού πρωθυπουργού Άλντο Μόρο (Aldo Moro) τον Μάιο του 1978 από την αριστερής ταυτότητας τρομοκρατική οργάνωση «Ερυθρές Ταξιαρχίες» του Μάριο Μορέτι (Mario Moretti), υπό σκοτεινές συνθήκες. Ο τότε αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος κατηγορήθηκε για αμέλεια, ήταν μέλος της φασιστικής μασονικής στοάς P2. Με τη δολοφονία του μετριοπαθούς Χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργού Μόρο, δόθηκε τέλος στο σχέδιό του για τον λεγόμενο «ιστορικό συμβιβασμό» μεταξύ του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI). Μετά από τη δολοφονία του Μόρο, πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο Φραντσέσκο Κοσίγκα, μέλος της ακροδεξιάς τάσης του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και ένθερμος ‘ατλαντιστής’ στο ΝΑΤΟ, για τον οποίο φημολογείται ότι είχε άμεση εμπλοκή στο σχέδιο δολοφονίας του Μόρο.

    Μπορεί η πράξη της δολοφονίας του Μόρο να βαρύνει την αριστερής ταυτότητας τρομοκρατική οργάνωση «Ερυθρές Ταξιαρχίες», αλλά οι κυρίως ωφελημένοι από τη δολοφονία του μόρο ήταν η ιταλική ακροδεξιά τάση των Χριστιανοδημοκρατών και η αντικομμουνιστική παρακρατική οργάνωση Gladio. Σχετικά με τη δολοφονία του Άλντο Μόρο από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες», τα συμπεράσματα του εθνικού γραμματέα του κόμματος «Χριστιανική Δημοκρατία», Φλαμίνιο Πίκολι (Flaminio Piccoli), και του ιταλικού υπουργείου εσωτερικών ήταν σαφή: «Ο Μόρο πλήρωσε με τη ζωή του την προσπάθεια να αποδεσμεύσει την Ιταλία από την “υπό εποπτεία ελευθερία” στην τροχιά των ΗΠΑ και επειδή αρνήθηκε να αποκλείσει την είσοδο του ΙΚΚ [Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος] στην κυβερνητική πλειοψηφία, παρά την πίεση του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ» (βλ. περιοδικό Panorama, 8 Αυγούστου 1978).

    Το γεγονός ότι οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» ήταν ‘αριστερή’ τρομοκρατική οργάνωση δεν αντιβαίνει προς το γεγονός ότι, με τη δολοφονία του Μόρο, εξυπηρέτησε την πολιτική της CIA και της ιταλικής ακροδεξιάς. Άλλωστε, η ίδια η CIA χρησιμοποιεί και ‘αριστερές’ τρομοκρατικές οργανώσεις για να πραγματοποιήσει δικούς της σκοπούς. Στις 3 Ιουλίου 1981, αποκαλύφθηκε και δημοσιεύθηκε το απόρρητο ντοκουμέντο με τίτλο Εγχειρίδιο για τις Μυστικές Υπηρεσίες, το οποίο συντάχθηκε το 1970 από τον αρχηγό του στρατιωτικού επιτελείου των ΗΠΑ, και στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Αν οι φιλικές [προς τις ΗΠΑ] κυβερνήσεις δείχνουν αδυναμία ή ανικανότητα μπροστά στην κομμουνιστική εξέγερση», τότε τίθεται σε λειτουργία το πρόγραμμα «σταθεροποίησης», που περιλαμβάνει «διείσδυση ειδικών πρακτόρων» σε ομάδες, οι οποίες «υπό τον έλεγχο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αρχίζουν βίαιες και άλλες πράξεις. Στην περίπτωση αυτή, η χρήση ακροαριστερών οργανώσεων μπορεί να οδηγήσει στον ζητούμενο στόχο». Επίσης, στις 29 Σεπτεμβρίου 1978, στο περιοδικό LEuropeo, o Ουίλιαμ Γιάρμποροου (William Yarborough), στρατηγός τριών αστέρων της CIA, δήλωσε: «Η λεγόμενη τυφλή τρομοκρατία είναι μια τακτική επεξεργασμένη από τη CΙΑ, σε συνεργασία με διάφορους ατλαντικούς οργανισμούς. Η τακτική αυτή χρησιμοποιείται κυρίως ως βασικό στοιχείο για διάφορα προγράμματα, που έχουν σκοπό να αποσταθεροποιήσουν τις κυβερνήσεις και να πείσουν τον πληθυσμό να συμφωνήσει με την εγκαθίδρυση ισχυρού αστυνομικού κράτους».

    Τον Μάιο του 1978, ο δημοσιογράφος Μίνο Πεκορέλι (Mino Pecorelli) δήλωσε ότι η δολοφονία του Άλντο Μόρο –άσχετα αν εκτελέστηκε από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες»– είχε σχεδιαστεί από μια «λαμπρή υπερδύναμη» και ήταν εμπνευσμένη από τη «λογική της Γιάλτας». Με άλλα λόγια, οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» προσέφεραν ουσιαστικά εκδούλευση στην ιταλική ακροδεξιά τάση των Χριστιανοδημοκρατών και στην αντικομμουνιστική παρακρατική οργάνωση Gladio. Μάλιστα, σύμφωνα με τα ευρήματα της μόνιμης ιταλικής διακομματικής επιτροπής για την τρομοκρατία, η «γιάφκα» των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» στην οποία κρατήθηκε όμηρος ο Άλντο Μόρο από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» μέχρι τη δολοφονία του ήταν ιδιοκτησίας των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών.

    Ο αποκαλυπτικός δημοσιογράφος Μίνο Πεκορέλι –ο οποίος περιλαμβανόταν στον κατάλογο μελών της φασιστικής μασονικής στοάς P2, που ανακαλύφθηκε το 1980– δολοφονήθηκε στις 20 Μαρτίου 1979 (βλ. σχετικό ρεπορτάζ στην εφημερίδα The Guardian, 9 Μαΐου 2003). Η δολοφονία του Πεκορέλι συνδέθηκε άμεσα με τον Ιταλό πρωθυπουργό Τζούλιο Αντρεότι, ο οποίος καταδικάστηκε γι’ αυτήν σε φυλάκιση 20 ετών το 2002, αλλά η ποινή του ακυρώθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο το 2003.

    Η «σφαγή της Μπολόνια» –όπως έμεινε στην ιστορία η βομβιστική επίθεση που πραγματοποιήθηκε στον Κεντρικό Σταθμό της Μπολόνια στις 2 Αυγούστου 1980 και προκάλεσε 85 νεκρούς και περισσότερους από 200 τραυματίες– είναι μια από τις υποθέσεις που προσέφεραν ορισμένα από τα πιο αδιάσειστα στοιχεία για την παρακρατική δραστηριότητα ακροδεξιών/φασιστών τρομοκρατών στο πλαίσιο της οργάνωσης Gladio. Σύμφωνα με την ιταλική κοινοβουλευτική επιτροπή για την τρομοκρατία, η βόμβα που χρησιμοποιήθηκε στη σφαγή της Μπολόνια προέρχεται από το οπλοστάσιο της Gladio (βλ. σχετική ανάλυση και ρεπορτάζ στην εφημερίδα The Guardian, 16 Ιανουαρίου 1991). Τον Νοέμβριο του 1995, οι φασίστες τρομοκράτες Βαλέριο Φιοραβάντι (Valerio Fioravanti) και Φραντσέσκα Μάμπρο (Francesca Mambro) –μέλη της φασιστικής οργάνωσης «Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες» (Nuclei Armati Revoluzionari, NAR)– καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη επειδή κρίθηκαν ένοχοι για τη σφαγή που έγινε στη Μπολόνια το 1980. Η φασιστική οργάνωση «Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες» δρούσε σε συνεργασία με την οργάνωση «Banda della Magliana» (δηλαδή η Μπάντα της γειτονιάς Μαλιάνα, από την οποία προέρχονταν τα περισσότερα ιδρυτικά μέλη της). Η οργάνωση «Banda della Magliana» ήταν μια συμμορία με στενούς δεσμούς με τη Μαφία και είχε ανάμειξη σε πολλά πολιτικά γεγονότα που αφορούσαν στη «στρατηγική της έντασης» που ακολουθούσαν οι ΝΑΤΟϊκοί παρακρατικοί ακροδεξιοί/φασιστικοί παράγοντες της Gladio, π.χ. είχε ανάμειξη στην υπόθεση Άλντο Μόρο, στη δολοφονία το 1979 του δημοσιογράφου Μίνο Πεκορέλι, στον οποίο ήδη αναφέρθηκα προηγουμένως, καθώς και στη δολοφονία του λεγόμενου «τραπεζίτη του Θεού» Ρομπέρτο Κάλβι (Roberto Calvi) το 1982.

    Ο Κάλβι ήταν ο πρόεδρος της τράπεζας Banco Ambrosiano και δρούσε ως σύνδεσμος μεταξύ της φασιστικής μασονικής στοάς P2 και του Βατικανού. Ο Τζέλι –ο οποίος ήταν ο «Σεβάσμιος Διδάσκαλος» της στοάς P2– κατηγορήθηκε από την ιταλική Δικαιοσύνη ότι ήταν υπεύθυνος για τη δολοφονία του Κάλβι, με το σκεπτικό ότι ο Τζέλι θεωρούσε τον Κάλβι υπεύθυνο κατάχρησης χρημάτων που ανήκαν στο κύκλωμα της στοάς P2 και στη Μαφία και επειδή ήθελε να εξασφαλίσει ότι ο Κάλβι δεν θα εκβίαζε μέλη της στοάς P2 και του «Ινστιτούτου Θρησκευτικών Έργων» του Βατικανού, των οποίων ήταν χρηματοοικονομικός σύμβουλος και τραπεζίτης. Τελικά, το κατηγορητήριο σε βάρος του Τζέλι για τη δολοφονία του Κάλβι δεν μπόρεσε να στηριχθεί, και ο Τζέλι απηλλάγη των κατηγοριών. Η δράση του Τζέλι είχε βαθύ πολιτικό παρασκήνιο, εφόσον, από πολλές πηγές, αναφέρεται ότι διαχειριζόταν, για λογαριασμό του Βατικανού, πρόγραμμα μυστικής χρηματοδότησης της φιλοδυτικής πολωνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης «Αλληλεγγύη» του Λεχ Βαλέσα (Lech Walesa). Η οργάνωση «Αλληλεγγύη» ήταν η πρώτη μη-κομμουνιστική πολιτική παράταξη-συνδικαλιστική οργάνωση που δημιουργήθηκε σε χώρα-μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας, και άρα η δράση του Τζέλι είχε πολύ μεγάλη σημασία για το Δυτικό Μπλοκ. Ωστόσο, ο Τζέλι μαζί με δύο αξιωματικούς των ιταλικών στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών (SISMI) κρίθηκε ένοχος για παραπλάνηση έρευνας στην υπόθεση της σφαγής της Μπολόνια.

Αριστερά, στη φωτογραφία, ο Λίτσιο Τζέλι, Σεβάσμιος Διδάσκαλος της μυστικής (sui generis και παρακρατικής) φασιστικής μασονικής Στοάς P2 (Πε Ντούε), φέρων το περιλαίμιο του 33ου βαθμού του «Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου». Δεξιά του, στέκεται ο φίλος του, Μαρσέλ Σαπίρα (Marcel Schapira), Ύπατος Μέγας Ταξιάρχης του «Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου» για τη Ρουμανία.

    Στην περαιτέρω αποκάλυψη του δικτύου «Stay Behind» έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι έρευνες που διεξήγαγαν οι Βελγικές Αρχές για την εξιχνίαση πολιτικών εγκλημάτων και φαινομένων ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Οι διασυνδέσεις μεταξύ του δικτύου «Stay Behind», φασιστικών/νεοναζιστικών κινημάτων και ακροδεξιάς τρομοκρατίας στο Βέλγιο περιλαμβάνουν τις ακόλουθες υποθέσεις:

    Το 1950, δολοφονήθηκε ο Ζιλιέν Λαχό (Julien Lahaut), αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος Βελγίου. Αυτή η πολιτική δολοφονία είχε μεγάλη εθνική και διεθνή σημασία. Εξ αρχής, δημοσιογράφοι έγραψαν για την ανάμειξη του βελγικού βραχίονα του δικτύου «Stay Behind» στην εν λόγω πολιτική δολοφονία. Πολλές φορές μέλη του Βελγικού Κοινοβουλίου έθεσαν το ζήτημα της διερεύνησης της δολοφονίας του Λαχό. Ωστόσο, μόνο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο δολοφόνος του Λαχό ήταν ο Φρανσουά Γκουσέν (François Goossens), παρακρατικός ακροδεξιός υποστηρικτής του Βέλγου Βασιλέα Λεοπόλδου III (Leopold III). Στις 19 Νοεμβρίου 1949, ο Λεοπόλδος ΙΙΙ συναντήθηκε προσωπικά με τον Χίτλερ και συμφώνησε μαζί του μυστική συνεργασία. Μετά από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η βελγική κοινωνία διχάστηκε μεταξύ Λεοπολδιστών, οπαδών του Λεοπόλδου ΙΙΙ, και αντι-Λεοπολδιστών, που κατηγορούσαν τον Λεοπόλδο ΙΙΙ ως προδότη. Τελικά, στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε το 1950 σχετικά με το μέλλον του Βασιλέα Λεοπόλδου ΙΙΙ, 57% των ψηφοφόρων ψήφισαν υπέρ του.  Οι αντι-Λεοπολδιστές ήταν κυρίως μέλη των σοσιαλιστών και Βαλόνοι, ενώ οι Λεοπολδιστές ήταν κυρίως χριστιανοδημοκράτες και Φλαμανδοί. Οι αντι-Λεοπολδιστές αντέδρασαν στην επιστροφή του Λεοπόλδου ΙΙΙ στο Βέλγιο το 1950 με μια από τις βιαιότερες γενικές απεργίες στην ιστορία του Βελγίου. Η δολοφονία του Ζιλιέν Λαχό ήταν ένα ηχηρό πολιτικό μήνυμα, που σήμαινε ότι η κυρίαρχη βελγική ελίτ και το ΝΑΤΟ είχαν αποφασίσει ότι, παρά το χιτλερικό παρελθόν του Λεοπόλδου ΙΙΙ, ο Λεοπόλδος ΙΙΙ ήταν μέρος του πολιτικού status quo που είχαν αποφασίσει να υποστηρίξουν στο Βέλγιο και ότι η βελγική Αριστερά έπρεπε να ελεγχθεί ώστε να ενταχθεί στο σύστημα ισορροπιών του Ψυχρού Πολέμου.

    Στις 10 Σεπτεμβρίου 1973, μια αναφορά της βελγικής μυστικής υπηρεσίας Brigade de Surveillance et de Renseignement περιέγραψε σχέδιο πραξικοπήματος από συγκεκριμένα «χρηματοοικονομικά δίκτυα και ακροδεξιές οργανώσεις», κατονομάζοντας ως μέλη αυτού του σχεδίου, μεταξύ άλλων, τον Εμίλ Λεσέρφ (Emile Lecerf) –ο οποίος ήταν ο διευθυντής του περιοδικού Nouvelle Europe magazine (NEM), μέλος του ακροδεξιού μετώπου Front de la Jeunesse (FJ) και ο πολιτικός μέντορας του Φρανσίς Ντοσόν (Francis Dossogne), ο οποίος αργότερα ηγήθηκε του Front de la Jeunesse– και τον Πολ Λατινίς (Paul Latinus) –ο οποίος ίδρυσε την εξτρεμιστική νεοναζιστική ομάδα Westland New Post, στην οποία ήταν έντονο το στίγμα του βελγικού βραχίονα του δικτύου «Stay Behind», και τελικά, το 1981, βρήκε για λίγους μήνες καταφύγιο στη Χιλή του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ (Augusto Pinochet), πριν ‘αυτοκτονήσει’ το 1984.

    Η βία της συμμορίας Νιζβέλ (Nijvel), η οποία διέπραττε δολοφονίες και ληστείες στη βελγική επαρχία Μπραμπάν (Brabant) μεταξύ 1982 και 1985, συνδέθηκε το 1985 από πολλούς δημοσιογράφους με μια συνωμοσία μεταξύ του S.D.R.A.VIII (στρατιωτικός βελγικός βραχίων του δικτύου «Stay Behind»), της Βελγικής Χωροφυλακής (Gendarmerie) S.D.R.A. VI (παραστρατιωτική αστυνομική δύναμη η οποία καταργήθηκε το 2001), της νεοναζιστικής ομάδας Westland New Post, και της μυστικής υπηρεσίας του αμερικανικού Πενταγώνου (Defense Intelligence Agency-DIA). Παρ’ ότι η εξεταστική επιτροπή που συνέστησε το Βελγικό Κοινοβούλιο για τη διερεύνηση των σφαγών που διέπραξε η συμμορία Νιζβέλ δεν έφερε στο φως ισχυρές αποδείξεις για την προαναφερθείσα συνωμοσία, έπεισε, ωστόσο, το Βελγικό Κοινοβούλιο να θεσπίσει μια μόνιμη επιτροπή εποπτείας των δραστηριοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών για να αντιμετωπίσει υπαρκτούς κινδύνους από το ακροδεξιό παρακράτος και την παρακρατική δράση μυστικών πρακτόρων.

    Ο ιεροκήρυκας Λικ Ζουρέ (Luc Jouret), ο οποίος μαζί με τον Ζοζέφ ντι Μάμπρο (Joseph di Mambro) ίδρυσε τη μυστικιστική σέκτα «Τάγμα του Ναού του Ηλίου», βοήθησε τον ακροδεξιό ακτιβιστή Ζαν Θιριάρ (Jean Thiriart) να οργανώσει μια διάσπαση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Βελγίου στη δεκαετία του 1970, ιδρύοντας «Parti Communautaire Européen», ένα «ναζιστικο-μαοϊκό» κόμμα, το οποίο διαδέχθηκε την ακροδεξιά οργάνωση Jeune Europe. Σύμφωνα με τον Μπρούνο Φουσερό (Bruno Fouchereau), ειδικό συνεργάτη της έγκυρης εφημερίδας Le Monde Diplomatique και συγγραφέα του βιβλίου La mafia des sectes (Η μαφία των σεκτών), αυτό το ναζιστικό-μαοϊκό κόμμα, όπως και η νεοναζιστική οργάνωση Westland New Post, ελέγχονταν από το S.D.R.A.VIII, δηλαδή από τον στρατιωτικό βελγικό βραχίονα του δικτύου «Stay Behind».

    Στη γαλλική πολιτική ζωή, ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ρόλος του Φρανσουά ντε Γκροσούβρ (François de Grossouvre), ο οποίος υπήρξε ο επικεφαλής του γαλλικού βραχίονα του δικτύου «Stay Behind», και ο οποίος διετέλεσε σύμβουλος του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιτεράν (François Mitterrand) σε θέματα εθνικής ασφαλείας και σε άλλα ευαίσθητα θέματα. Ο Γκροσούβρ συμμετείχε σε όλες τις προεκλογικές εκστρατείες του Μιτεράν από το 1965 και μετά. Το 1985, επισήμως έπαυσε να αποτελεί σύμβουλο του προέδρου Μιτεράν και άρχισε να εργάζεται ως διεθνής σύμβουλος για τον έμπορο όπλων Μαρσέλ Ντασό (Marcel Dassault), αν και συνέχισε να διατηρεί γραφείο στο Ανάκτορο των Ιλισίων (δηλαδή στο γαλλικό προεδρικό μέγαρο). Ο Γκροσούβρ αυτοκτόνησε στις 7 Απριλίου 1994 (βλ. την εφημερίδα New York Times, 12 Απριλίου 1994).

    Στις 22 Νοεμβρίου 1990, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα καταδίκης της Gladio, και γενικότερα καταδίκασε «την ύπαρξη επί 40 χρόνια μιας μυστικής παράλληλης υπηρεσίας πληροφοριών» και «την οργάνωση ενόπλων επιχειρήσεων σε διάφορες χώρες-μέλη της Κοινότητας», η οποία οργάνωση «διέφυγε όλων των δημοκρατικών ελέγχων και έχει διοικηθεί από τις μυστικές υπηρεσίες των εμπλεκομένων κρατών σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ».

    Το 2005, εκδόθηκε η πρώτη επιστημονική μελέτη για τη Gladio από τον Ντάνιελ Γκάνσερ (Daniele Ganser), ο οποίος, το 2010, ανέλαβε θέση ανώτερου ερευνητή στο Κέντρο Μελετών Ασφαλείας (Center for Security Studies) στο Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (Federal Institute of Technology) στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Το βιβλίο του Γκάνσερ υπό τον τίτλο Οι Μυστικοί Στρατοί του ΝΑΤΟ: Επιχείρηση Gladio και Τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη αποτελεί μια επιστημονικά θεμελιωμένη μελέτη του τρόπου λειτουργίας της Gladio.

   Οι ΗΠΑ και ειδικότερα οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποίησαν τον υπόκοσμο και στην Ιαπωνία για να χειραγωγήσουν την ιαπωνική πολιτική ζωή και να καταπολεμήσουν την Αριστερά και το εργατικό κίνημα στην Ιαπωνία. Συγκεκριμένα, η CIA βασίστηκε στις συμμορίες της Γιακούζα για να καταστείλει την ιαπωνική ριζοσπαστική Αριστερά και ιαπωνικά οικολογικά κινήματα από το 1945 και μετά. Η οργάνωση Γιακούζα (στα ιαπωνικά σημαίνει ‘σκουπίδια’) προέρχεται από μια ομάδα Σαμουράι που το 1612 πέρασε στην παρανομία. Εκείνη η ομάδα των παράνομων Σαμουράι εξελίχθηκε, τον 18ο αιώνα ενώθηκε με διάφορες εγκληματικές ομάδες και τον 20ό αιώνα έφθασε να αποτελεί την ισχυρότερη εγκληματική οργάνωση της Ιαπωνίας με ισχυρούς δεσμούς με την ιαπωνική Δεξιά. Η ιαπωνική Δεξιά και ειδικότερα το «Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα» της Ιαπωνίας βασίστηκαν στην παράνομη, παρακρατική δραστηριότητα της Γιακούζα για να αποτρέψουν τη δημιουργία ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος στην Ιαπωνία. Οι βίαιες συγκρούσεις της Γιακούζα με τα ιαπωνικά συνδικάτα αποτελούν σημαντικό φαινόμενο στην πολιτική ιστορία της Ιαπωνίας τον 20ό αιώνα. Όπως έχει εξηγήσει ο βραβευμένος με Πούλιτζερ δημοσιογράφος των New York Times,  Τιμ Ουάινερ (Tim Weiner), σε ειδικό βιβλίο του, από το 1955 και μετά, η Γιακούζα σε συνεργασία με τη CIA άρχισε να ασκεί ουσιαστικό και αποφασιστικό έλεγχο στο «Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα» της Ιαπωνίας και σε πολλές οικονομικές δραστηριότητες (βιομηχανία, μεταφορές, τουρισμός, ΜΜΕ, διασκέδαση), καθώς βεβαίως και στην πορνεία και τον τζόγο (βλ. Weiner, 2008).

Κεφάλαιο 3: Ο ελληνικός βραχίων του δικτύου «Stay Behind»: «Λ.Ο.Κ.» και «Επιχείρηση (Κόκκινη) Προβιά»

    Ο πρώτος μυστικός στρατός στην Ελλάδα δημιουργήθηκε στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου με οργανωτική υποστήριξη από τη Μεγάλη Βρετανία. Ο σκοπός του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill) ήταν να αποτρέψει –μετά από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου– την ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από το ΕΑΜ, του οποίου η ηγεσία αποτελούνταν από κομμουνιστές. Μετά από την κατάπνιξη μιας ΕΑΜικής εξέγερσης που εκδηλώθηκε τον Απρίλιο του 1944 μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων στην Αίγυπτο, δημιουργήθηκε, με βρετανική καθοδήγηση, μια νέα, αξιόπιστη, αντικομμουνιστική στρατιωτική μονάδα η οποία ονομάστηκε Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, η οποία απέκλειε από τις τάξεις της «σχεδόν όλους τους άνδρες των οποίων οι πεποιθήσεις κυμαίνονταν από ηπίως συντηρητικές μέχρι αριστερές», όπως έγραψε ο Πίτερ Μέρταγκ (Peter Murtagh) στο βιβλίο του με τίτλο Ο Βιασμός της Ελλάδας (βλ. Murtagh, 1994, σελ. 29). Με αυτόν τον τρόπο, δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες δωσιλόγους των Ναζί και γενικότερα στις συμμορίες των Ταγμάτων Ασφαλείας και των Χιτών να ‘ξεπλυθούν’ πολιτικά από τα εγκλήματά τους και να μετατραπούν σε πυλώνα της πολιτικής εθνικής και δημοσίας ασφαλείας της Ελλάδας! Πρώτος διοικητής των νεοσύστατων αντικομμουνιστικών Ελληνικών Δυνάμεων Καταδρομών (Ε.Δ.Κ.) ήταν ο στρατάρχης και μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος.

    Μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τον Οκτώβριο του 1944, το ΕΑΜ ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας. Όταν το ΕΑΜ οργάνωσε μια διαδήλωση στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 1944, μέλη δεξιών και φιλοβασιλικών παραστρατιωτικών οργανώσεων, καλυπτόμενα από «Βρετανικά στρατεύματα και αστυνομία με πολυβόλα…τοποθετημένα στις στέγες», ξαφνικά πυροβόλησαν εναντίον του πλήθους, σκοτώνοντας 25 διαδηλωτές και τραυματίζοντας 148 (βλ. Ganser, 2005, σελ. 213-214). Αυτό το γεγονός προκάλεσε μια σειρά βίαιων κοινωνικών επεισοδίων –τα λεγόμενα «Δεκεμβριανά»– τα οποία οδήγησαν στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Έτσι, οι ακροδεξιές/φασιστικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας και οι Έλληνες δωσίλογοι των Ναζί κατόρθωσαν να μετατραπούν σε μόνιμο παρακρατικό σύστημα και, σε αρκετές περιπτώσεις, να αναδειχθούν σε σημαντικούς παράγοντες του κυρίου πολιτικού συστήματος, της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών επιβολής του νόμου της χώρας όταν η Ελλάδα έφυγε από τη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας και πέρασε στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.

    Η παρακρατική, φασιστικής υφής και συνωμοτική δράση στελεχών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων έγινε έντονα εμφανής το 1951, με το κίνημα του ΙΔΕΑ. Τα αρχικά ΙΔΕΑ σημαίνουν «Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών». Ο ΙΔΕΑ ήταν μια συνωμοτική, μυστική παρακρατική οργάνωση αντικομμουνιστών και φασιστικού ιδεολογικού προσανατολισμού αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, με σκοπό την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου».

    Το αποκορύφωμα της παρέμβασης του ΙΔΕΑ στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν η απόπειρά του, το βράδυ της 30 προς 31 Μαΐου 1951, να καταλάβει πραξικοπηματικώς την εξουσία για να την παραδώσει στον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος είχε μόλις παραιτηθεί από την αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Αλέξανδρος Παπάγος πληροφορήθηκε έκπληκτος το κίνημα και, νωρίς το πρωί της 31 Μαΐου, μετέβη στα Παλαιά Ανάκτορα, όπου διέταξε κάποιες μονάδες να επιστρέψουν στα στρατόπεδά τους, και τελικά κατάφερε να καταστείλει το κίνημα. Όμως, όταν η κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα συνέλαβε και οδήγησε σε δίκη τους κινηματίες του ΙΔΕΑ, ο Παπάγος υπερασπίστηκε την αμνήστευσή τους, την οποία και πέτυχε, και, όταν ο ίδιος ανέλαβε αργότερα την πρωθυπουργία, τους επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία. Ο ΙΔΕΑ έπαυσε να υφίσταται επίσημα το 1951, αλλά αξιωματικοί που είχαν υπάρξει μέλη του συνέχισαν τη συνωμοτική και παρακρατική τους δραστηριότητα, μέχρι το πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967.

Αλέξανδρος Παπάγος: επί πρωθυπουργίας του, συμφωνήθηκε, με μυστική συμφωνία, η ειδική συνεργασία μεταξύ της CIA και των ελληνικών Λ.Ο.Κ. (Λόχοι Ορεινών Καταδρομών), που εντάχθηκαν στους μυστικούς στρατούς του ΝΑΤΟ .

    Όταν η Ελλάδα έγινε μέλος του ΝΑΤΟ, το 1952, οι ειδικές δυνάμεις της χώρας – γνωστές ως «Λ.Ο.Κ.» (Λόχοι Ορεινών Καταδρομών)– εντάχθηκαν στο μυστικό δίκτυο «Stay Behind». Η CIA και τα Λ.Ο.Κ. επισημοποίησαν την αμοιβαία συνεργασία τους στις 25 Μαρτίου 1955 μέσω μιας μυστικής συμφωνίας που υπεγράφη από τον Αμερικανό στρατηγό Τράσκοτ (Trascott) εκ μέρους της CIA και από τον Κωνσταντίνο Δόβα, αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Πρωθυπουργός της Ελλάδας τότε ήταν ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, ο πρώτος διοικητής μυστικού αντικομμουνιστικού στρατού στην Ελλάδα.

    Η CIA προετοίμασε τα Λ.Ο.Κ. για το σενάριο σοβιετικής εισβολής και τα εκπαίδευσε για την αποτροπή αριστερού πραξικοπήματος. Ο πρώην πράκτορας της CIA, Φίλιπ Ατζί (Philip B.F. Agee) –στο βιβλίο που συνέγραψε μαζί με τον Λούις Γουόλφ (Louis Wolf), υπό τον τίτλο Βρώμικη Δουλειά: Η CIA στη Δυτική Ευρώπη– επιμένει ότι «παραστρατιωτικές ομάδες, διοικούμενες από αξιωματικούς της CIA, λειτούργησαν τη δεκαετία του 1960 σε ολόκληρη την Ευρώπη» και πρόσθεσε ότι αυτή η δραστηριότητα της CIA συνδέεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την εσωτερική υπονόμευση κρατών (βλ. Agee and Wolf, 1978, σελ. 154).

    Μετά από τις αποκαλύψεις του Τζούλιο Αντρεότι το 1990, ο τότε Έλληνας υπουργός άμυνας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης αναγκάστηκε να παραδεχθεί, στις 9 Νοεμβρίου 1990, ότι ένας κλάδος του δικτύου «Stay Behind», γνωστός με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση (Κόκκινη) Προβιά», λειτουργούσε στην Ελλάδα έως το 1988. Ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του σοσιαλιστικού κόμματος (ΠΑΣΟΚ), Ανδρέας Παπανδρέου, ζήτησε κοινοβουλευτική διερεύνηση του ζητήματος της δράσης μυστικού στρατού στην Ελλάδα και της σχέσης που μπορεί να έχει αυτός ο μυστικός στρατός με την τρομοκρατία στην Ελλάδα και με τη δικτατορία του 1967. Επίσης, στις 14 Νοεμβρίου 1990, ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press τα εξής: «Η παρακρατική οργάνωση ‘Κόκκινη Προβιά’ δημιουργήθηκε το 1955, ως αποτέλεσμα ενός μυστικού τμήματος της συμφωνίας με βάση την οποία εγκαταστάθηκαν οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα». Το 1990, τότε υπουργός δημοσίας τάξεως, Ιωάννης Βασιλειάδης, απήντησε στον Ανδρέα Παπανδρέου ότι δεν υπήρχε λόγος να διερευνηθεί αυτό το ζήτημα διότι η «Προβιά» ήταν ένα μεταξύ πενήντα, όπως είπε, σχεδίων του ΝΑΤΟ για την οργάνωση ένοπλης αντίστασης σε περίπτωση κατάληψης της χώρας από κομμουνιστές.

    Ωστόσο, ο Ανδρέας Παπανδρέου διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά το χρονικό διάστημα 1981-1989 και άρα είχε ευκαιρίες να αποδομήσει τον ελληνικό βραχίονα του δικτύου «Stay Behind» προτού αυτός και το ΠΑΣΟΚ βρεθούν στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 1990. Παρ’ ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε δηλώσει ότι, ως πρωθυπουργός είχε ανακαλύψει την ύπαρξη μυστικού ΝΑΤΟϊκού στρατού στην Ελλάδα με την κωδική ονομασία «Κόκκινη Προβιά» και είχε δώσει εντολή να διαλυθεί αυτή η παραστρατιωτική οργάνωση, η δήλωση, το 1990, του Έλληνα υπουργού άμυνας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη ότι ο ελληνικός κλάδος του δικτύου «Stay Behind» λειτουργούσε στην Ελλάδα έως το 1988 αποδεικνύει ότι παρακρατικές/παραστρατιωτικές οργανώσεις χρησιμοποιήθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα, τουλάχιστον έως το 1988 (βλ. Ganser, 2005, σελ. 223).

Κεφάλαιο 4: Οι πρωταγωνιστές του φασιστικού/νεοναζιστικού κινήματος στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1957-1967

    Από το 1957 έως τη δικτατορία του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1967, δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα πολλές οργανώσεις με φασιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό και αναβίωσαν παλαιότερες φασιστικές κινήσεις που τότε είχαν ατονήσει. Οι περισσότερες από εκείνες τις οργανώσεις έδρασαν κυρίως στον χώρο της νεολαίας (μαθητικής, φοιτητικής και εργαζόμενης). Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας μορφής οργανώσεων εκείνης της εποχής είναι οι ακόλουθες: «Οργάνωσις Εθνικής Νεολαίας» (ΟΕΝ), «Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων» (ΣΕΝ), «Σώμα Ελλήνων Αλκίμων» (ή απλούστερα «Άλκιμοι»), «Βασιλική Νεολαία», «Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών» (ΕΚΟΦ), «Αντικομμουνιστική Σταυροφορία Ελλάδος» (αρχηγός της οποίας ήταν ο Θεόδωρος Παπαδόγκωνας, αντισυνταγματάρχης ε.α., υπαρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου επί Γερμανικής Κατοχής και αδελφός του διαβόητου αρχηγού των Ταγμάτων Ασφαλείας, Διονύσιος Παπαδόγκωνα), η «Πανελλήνιος Εθνική Σταυροφορία» (ΠΕΣ), «Εθνική Κοινωνική Εξόρμησις» (ΕΚΕ), η «Πανελλήνιος Χριστιανική και Εθνική Άμυνα εν τούτω Νίκα» (η οποία έδρασε στη Βόρεια Ελλάδα και είχε για πρόεδρο τον Γεώργιο Τσίχλη, παλιό συνεργάτη του γερμανόφιλου δωσίλογου Γιοσμά), η «Οργάνωσις Εθνικής Αντιστάσεως» (με αρχηγό τον Λεωνίδα Βρεττάκο και έδρα την Αθήνα), η «Νεολαία Εθνικιστικής Δράσεως» (σημαντικά στελέχη της οποίας ήταν ο Μ. Βαρκλαντής και ο Κ. Συρμής, και οι δύο στελέχη της νεολαίας της Ε.Ρ.Ε.), η «Εθνική Βασιλική Οργάνωσις Νεολαίας» (η οποία έδρευε στον Πειραιά, είχε ως διακηρυγμένο σκοπό την «ελληνοχριστιανικήν αγωγήν των Ελληνοπαίδων, την υπακοήν εις τον Βασιλέαν και την στρατιωτικήν προπαίδευσιν των νέων», και ηγετικά στελέχη της ήταν ο Ιωάννης Τσερκέζος και ο Ιωάννης Φαντάκης), και η «Ναζιστική Οργάνωσις Αθηνών» (η οποία λειτουργούσε ως παράρτημα της διαβόητης «Κου Κλουξ Κλαν» και καθοδηγούνταν από το Χόρας Σέρμαν Μίλερ (Horace Sherman Miller), ο οποίος ήταν σημαντικό στέλεχος της «Κου Κλουξ Κλαν»).

    Σε τούτο το σημείο, αξίζει να δώσουμε ορισμένες ειδικές πληροφορίες για την «Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών» (ΕΚΟΦ) και το «Σώμα Ελλήνων Αλκίμων». Η ΕΚΟΦ ιδρύθηκε το 1960, και έμβλημά της ήταν δύο δάδες. Τα μέλη της ανέπτυξαν άγρια αντικοινωνική δραστηριότητα, στην οποία περιλαμβάνονταν βιαιοπραγίες, απειλές, προβοκατόρικες ενέργειες, διανομή πλαστών προκηρύξεων, κ.λπ. Για παράδειγμα, τον Μάιο του 1961, ΕΚΟΦίτες επιτέθηκαν εναντίον του βουλευτή Ζορμπά μέσα στη Βουλή· τον Σεπτέμβριο του 1961, η ΕΚΟΦ πραγματοποίησε επιδρομή στα γραφεία της Διοικούσας Επιτροπής Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου έσπασε διάφορα αντικείμενα και προέβη σε ξυλοδαρμό φοιτητών· τον Φεβρουάριο του 1963, η ΕΚΟΦ πραγματοποίησε επιδρομή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου προέβη σε ξυλοδαρμό φοιτητών. Μάλιστα, το 1963, η Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδος (ΕΦΕΕ) ζήτησε την άμεση διάλυση της ΕΚΟΦ. Όμως η ΕΚΟΦ είχε σημαντική πολιτική και ειδικότερα κυβερνητική στήριξη, εφόσον η ΕΚΟΦ συνεργαζόταν στενά με το κυρίαρχο κόμμα της ελληνικής δεξιάς, δηλαδή με την «Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση» (ΕΡΕ), η οποία κέρδισε τρεις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις στη σειρά, των ετών 1956, 1958 και 1961. Πολλά μέλη της ΕΚΟΦ ήταν μέλη και της Νεολαίας της ΕΡΕ ή και της ίδιας της ΕΡΕ.

    Πρόεδρος της ΕΚΟΦ ήταν ο Παύλος Μανωλόπουλος, ηγετικό στέλεχος της Νεολαίας της ΕΡΕ, ο οποίος αργότερα έγινε υπουργός εργασίας στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου. Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΟΦ, Λουκάς Παπαγγελής, έγινε υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στο δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967. Ο Λάκης Ιωαννίδης, ηγετικό στέλεχος της ΕΚΟΦ, έγινες ακόλουθος τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στο Παρίσι στην περίοδο 1967-1970. Η ΕΚΟΦ διαλύθηκε το 1968, αλλά τα σημαντικότερα στελέχη της κατέλαβαν υψηλές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό κατά την περίοδο της δικτατορίας, 1967-1974: υπουργοί (Π. Μανωλόπουλος και Λ. Παπαγγελής), υφυπουργοί (π.χ. Χρήστος Μίχαλος, Δημήτριος Καρακώστας και Γεώργιος Γεωργαλάς, ο οποίοςτο 1970 έγινε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ), νομάρχες (π.χ. Παύλος Μανωλόπουλος), δήμαρχοι (π.χ. Π. Λεοντιάδης, που διορίστηκε από τη Χούντα δήμαρχος Κερατσινίου), ειδικοί σύμβουλοι (π.χ. Σωτήριος Πανουσάκης και Δημήτριος Νικολιτσέας), διπλωματικοί υπάλληλοι (π.χ. Λ. Παπαγγελής), κ.λπ.

    Σχετικά με το «Σώμα Ελλήνων Αλκίμων», πρέπει να επισημάνουμε ότι, «Άλκιμοι» ονομάζονταν αρχικά τα μέλη της Νεολαίας της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ. Οι «Άλκιμοι» οργανώθηκαν εκ νέου το 1948, και, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, το «Σώμα Ελλήνων Αλκίμων» έκανε σαφή τη φασιστική ιδεολογική του ταυτότητα. Ο αρχηγός τους, Κ. Κωστόπουλος, υποστράτηγος ε.α., είχε εκφράσει θετική γνώμη για τον φασισμό του Μουσολίνι. Τα μέλη του «Σώματος Ελλήνων Αλκίμων» φορούσαν στολή που έμοιαζε με τη στολή των μελών της ΕΟΝ του Ιωάννη Μεταξά. Η δικτατορική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου επέλεξε τους Αλκίμους για να αποτελέσουν την οργάνωση νεολαίας που θα αναλάμβανε το έργο της κυβερνητικής προπαγάνδας στους νέους. Ιδεολογικός καθοδηγητής των Αλκίμων ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, ειδικός σύμβουλος του δικτατορικού καθεστώτος Παπαδόπουλου. Ο Κωνσταντίνος Πλεύρης υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του φασιστικού χώρου κατά την προδικτατορική περίοδο, και, το 1960, είχε ιδρύσει την «Κίνηση της 4ης Αυγούστου», η οποία είχε φιλομεταξικό ιδεολογικό προσανατολισμό και εξέδιδε ομώνυμη εφημερίδα.

    Μια από τις πλέον συνταρακτικές εγκληματικές ενέργειες στις οποίες προέβη το ελληνικό φασιστικό παρακράτος κατά την προδικτατορική περίοδο ήταν η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ο οποίος το 1961 εξελέγη βουλευτής Πειραιά με το Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος και υπήρξε πρωταγωνιστικό και ιδρυτικό στέλεχος της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Ο Λαμπράκης δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 22 Μαΐου 1963, καθώς αποχωρούσε από την αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, όπου είχε προ ολίγου εκφωνήσει ομιλία στο πλαίσιο εκδήλωσης της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Το κτίριο όπου λάμβανε χώρα η ομιλία του Λαμπράκη είχε περικυκλωθεί από 180 ένστολους χωροφύλακες και πολλούς άλλους με πολιτικά. Επικεφαλής τους ήταν ο επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδας, υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, και μεταξύ των οργάνων της τάξης βρισκόταν και ο υπομοίραρχος Δ. Κατσούλης, ο οποίος ήταν σκληρός διώκτης των κομμουνιστών και προϊστάμενος της «Υπηρεσίας Δίωξης Κομμουνισμού». Εκατοντάδες οπαδοί φασιστικών ιδεωδών και παρακρατικοί την ίδια στιγμή πραγματοποιούσαν αντισυγκέντρωση στον ίδιο περίπου χώρο.

    Το σκηνικό για τη δολοφονία του Λαμπράκη είχε στηθεί. Ακόμη και ο ίδιος ο Λαμπράκης στην ομιλία του είπε: «Σαν εκπρόσωπος του Έθνους και του Λαού, καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Βορείου Ελλάδος, το νομάρχη, τον εισαγγελέα, το στρατηγό Χωροφυλακής Μήτσου, το διευθυντή της Αστυνομίας και το διοικητή Ασφαλείας να προστατεύσουν τη συγκέντρωση και τη ζωή μου».

    Η δολοφονία πραγματοποιήθηκε όταν ο Λαμπράκης αποχωρούσε από τη συγκέντρωση, αφού η αστυνομία τον διαβεβαίωσε ότι δεν κινδύνευε. Οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, οι οποίοι ήταν μέλη παρακρατικών εθνικιστικών και ακροδεξιών οργανώσεων και συνεργάτες της Ασφάλειας. Ο Γκοτζαμάνης είχε συλληφθεί και καταδικαστεί πολλές φορές για ξυλοδαρμούς και συμμετείχε στην παρακρατική οργάνωση του Ξ. Γιοσμά, ο οποίος, στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, ήταν δωσίλογος των Ναζί (μάλιστα, το 1945, το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων καταδίκασε τον Γιοσμά σε θάνατο, αλλά, το 1950, ο βασιλέας Παύλος του έδωσε χάρη, κι έτσι ο Γιοσμάς αποφυλακίστηκε το 1952). Ο Εμμανουηλίδης ήταν καταδικασμένος για απόπειρα βιασμού ενδεκάχρονου παιδιού και κλοπή και είχε διατελέσει έκτακτος χωροφύλακας στην υποδοχή του Γάλλου προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle) στην Ελλάδα.

    Η δολοφονία του Λαμπράκη πυροδότησε πολιτικές εξελίξεις. Στις 11 Ιουνίου 1963, παραιτήθηκε η κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Καραμανλής υπέβαλε την παραίτησή του με πρόσχημα διαφωνίες του με τον βασιλέα για ένα ταξίδι στη Μεγάλη Βρετανία. Ο ίδιος ο τότε βασιλέας Παύλος είπε στον αμερικανό δημοσιογράφο Σουλτσμπέργκερ: «Ο Καραμανλής επέλεξε ένα παράδοξον και άνευ ουσίας θέμα διά να παραιτηθή, διότι κατά τα άλλα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την υπόθεση της Θεσσαλονίκης [δηλαδή τη δολοφονία του Λαμπράκη] και τα ζητήματα που άρχιζε να δημιουργεί στην Κύπρο ο Μακάριος» (βλ. Λιναρδάτος, 1974-1986, τόμος Δ’, σελ. 278).

    Στο μεταξύ, το σχέδιο του Καραμανλή τον Φεβρουάριο του 1963 να αναθεωρήσει το σύνταγμα, με σκοπό να συγκεντρώσει περισσότερες εξουσίες στα χέρια του, είχε απορριφθεί από τα Ανάκτορα, τον αμερικανικό παράγοντα και από σημαντικούς παράγοντες της ελληνικής αστικής τάξης. Συγχρόνως, Αμερικανοί και Έλληνες ακροδεξιοί παρακρατικοί οργάνωναν το πραξικόπημα του 1967.

    Στις 11 Αυγούστου 1968, η εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος αποκάλυψε ότι, πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21 Απριλίου 1974, δρούσε στην Ελλάδα μια αφανής αντικομμουνιστική επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν τα εξής πρόσωπα: ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Άγγελος Προκοπίου, καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αντισυνταγματάρχης (γραμματέας) και μετέπειτα ένας από τους πρωταιτίους της δικτατορίας της 21 Απριλίου 1967, ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, σοβιετολόγος, και ο Γεώργιος Γεωργαλάς, σοβιετολόγος, ο οποίος ανέλαβε υψηλά αξιώματα στη μετέπειτα δικτατορική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Κεφάλαιο 5: Η Δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967: το φασιστικό παρακράτος καταλαμβάνει το κράτος

    Τα Λ.Ο.Κ. και άλλα όργανα του ελληνικού βραχίονα του δικτύου «Stay Behind» έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, το οποίο εκδηλώθηκε έναν μήνα πριν από τις προγραμματισμένες εθνικές εκλογές, τις οποίες προβλεπόταν ότι θα κέρδιζε το κεντρώο κόμμα «Ένωσις Κέντρου», υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Έτσι, ενεργοποιήθηκε ο παρακρατικός μηχανισμός του δικτύου «Stay Behind» στην Ελλάδα, ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε χαλάρωση του σκληρού δεξιού χαρακτήρα της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Ντάνιελ Γκάνσερ, που όπως προανέφερα συνέγραψε την πρώτη επιστημονική μελέτη του δικτύου «Stay Behind», έχει γράψει για το πραξικόπημα του 1967 στην Ελλάδα τα εξής: «Εξ αιτίας της άμεσης ανάμειξης των Ελληνικών Δυνάμεων Καταδρομών, η ελληνική στρατιωτική χούντα έχει ονομαστεί ‘μια ομάδα Gladio’» (βλ. Ganser, 2005, σελ 221). Επίσης, ο Ρίτσαρντ Νόρτον-Τέιλορ (Richard Norton-Taylor), έγραψε σε άρθρο του στην εφημερίδα The Guardian στις 5 Δεκεμβρίου 1990 τα εξής: «Στην Ελλάδα, όπου είχε την κωδική ονομασία Προβιά, οργανώθηκε ένας πυρήνας από τη CIA sth dekaet;ia toy 1950, αλλά διαλύθηκε το 1988, σύμφωνα με την κυβέρνηση. Αξιωματικοί αυτής της μυστικής μονάδας ήταν αναμεμειγμένοι στο πραξικόπημα των Συνταγματαρχών το 1967».

    Κατά την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, τα Λ.Ο.Κ., υπό τη διοίκηση του αντισυνταγματάρχη Κώστα Ασλανίδη, κατέλαβαν το ελληνικό υπουργείο άμυνας, ενώ ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός έθεσε υπό τον έλεγχο των πραξικοπηματιών κέντρα τηλεπικοινωνιών, το κοινοβούλιο και τα ανάκτορα, και συνέλαβε περισσότερους από 10.000 ανθρώπους. Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Φίλιπς Τάλμποτ (Phillips Talbot), δεν ενέκρινε το τη στρατιωτική δικτατορία –γνωστή ως «χούντα των Συνταγματαρχών»– που επεβλήθη στην Ελλάδα το 1967, σχολιάζοντας ότι αποτελούσε «βιασμό της δημοκρατίας», για να λάβει την εξής απάντηση από τον σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Τζακ Μόρι (Jack Maury): «Πώς μπορείς να βιάσεις μια πόρνη;» (βλ. Ganser, 2005, σελ. 221).

    Στις 27 Απριλίου 1967, ο συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, με την ιδιότητα του υπουργού Προεδρίας του δικτατορικού καθεστώτος, έδωσε συνέντευξη τύπου σε έλληνες και ξένους δημοσιογράφους. Δικαιολόγησε το πραξικόπημα ισχυριζόμενος ότι η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της πορείας της χώρας προς τον κομμουνισμό. Ο έλεγχος της κυβέρνησης ασκούνταν από την «Επαναστατική Επιτροπή», της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος σύντομα συγκέντρωσε στα χέρια του τις σημαντικότερες εξουσίες, ο Στυλιανός Παττακός και ο Νικόλαος Μακαρέζος.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Ν. Μακαρέζος, Γ. Παπαδόπουλος, Σ. Παττακός.

    Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε διατελέσει μέλος της οργάνωσης «Χ» του Γρίβα, και, από το 1951, στρατολογούσε νέους αξιωματικούς στη μυστική οργάνωση ΙΔΕΑ, συνεργαζόμενος με τον τότε αντισυνταγματάρχη Οδυσσέα Αγγελή, ο οποίος, επί χούντας διετέλεσε αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων (από το 1968 έως το 1973) και έλαβε τον τίτλο του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Επίσης, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μετεκπαιδεύτηκε στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αποκαλύψεις που ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Μπάιντερ (David Binder) δημοσίευσε στο Intercontinental Press (τόμος 12) το 1974, ο Παπαδόπουλος ήταν έμμισθος πράκτορας της CIA ήδη από το 1952.

    Κατά την περίοδο 1959-1964, ο Γ. Παπαδόπουλος υπηρέτησε στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), και, το 1961, ενεργώντας υπό τις εντολές του αντιστρατήγου Αλεξάνδρου Νάτσινα, είχε συμμετάσχει στη διαμόρφωση του σχεδίου «Περικλής», που είχε ως σκοπό την άσκηση συστηματικής βίας για την υπονόμευση της πολιτικής ισχύος του κόμματος «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά» (ΕΔΑ). Ο ρόλος του Παπαδόπουλου στο σχέδιο «Περικλής» αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1965 από την κεντρώα κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου.

    Σε τούτο το σημείο, αξίζει να αναφερθεί ότι, στις αρχές του 1964, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός, απεκάλυψε σκανδαλώδη διαπλοκή μεταξύ της ΚΥΠ και της CIA. Η ΚΥΠ βρισκόταν υπό τον άμεσο έλεγχο της CIA, και, μέχρι το 1964, οι μισθοί των Ελλήνων πρακτόρων της ΚΥΠ καταβάλλονταν απευθείας από τη CIA, κι όχι από το ελληνικό Δημόσιο. Ο Γ. Παπανδρέου, μετά από διαπραγματεύσεις, κατάφερε, το 1964, να πληρώνονται οι υπάλληλοι της ΚΥΠ από το ελληνικό υπουργείο προεδρίας. Ωστόσο, η CIA κάλυπτε το κονδύλιο του ελληνικού υπουργείου προεδρίας για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της ΚΥΠ.

    Οι δύο σημαντικότεροι προπαγανδιστές και ιδεολόγοι του φασισμού στη χούντα των Συνταγματαρχών ήταν ο Γεώργιος Γεωργαλάς και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης. Ο Γεωργαλάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1928 από Έλληνες γονείς. Αρχικά, ήταν κομμουνιστής, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ήταν πολιτικός πρόσφυγας, και διετέλεσε εκφωνητής της Ελληνικής Εκπομπής του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Βουδαπέστης και ανταποκριτής του Ουγγρικού Πρακτορείου Ειδήσεων στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ισραήλ. Στην Ουγγαρία, ο Γεωργαλάς εκπαιδεύτηκε από τους κομμουνιστές στην προπαγάνδα. Μετά από τη σοβιετική στρατιωτική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956, ο Γεωργαλάς άλλαξε στρατόπεδο, και το 1957 εγκαταστάθηκε μονίμως στην Ελλάδα.

    Από το 1958, ο Γ. Γεωργαλάς διετέλεσε ειδικός συνεργάτης του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) στον τομέα «Διαφώτισης» (δηλαδή αντικομμουνιστικής προπαγάνδας) και ως καθηγητής σχολών αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Από το 1960, εργάστηκε και στην υπηρεσία «Διαφώτισης» της Προεδρίας της Κυβερνήσεως, από την οποία παραιτήθηκε το 1964, καταγγέλλοντας μέσω του τύπου διείσδυση κομμουνιστικών στοιχείων. Επίσης, υπήρξε συνεργάτης του ραδιοσταθμού Ενόπλων Δυνάμεων και, κατά το χρονικό διάστημα 1960-1964, εξέδιδε το μηνιαίο περιοδικό Σοβιετολογία. Στην περίοδο της δικτατορικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπαδόπουλου διετέλεσε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, αρμόδιος για θέματα προπαγάνδας. Το 1967, ο Γεωργαλάς εξέδωσε το βιβλίο του υπό τον τίτλο Η Προπαγάνδα: Μεθοδική και Τεχνική της Αγωγής των Μαζών.

    Ο Κωνσταντίνος Πλεύρης ήταν αρχηγός της οργάνωσης «4η Αυγούστου», σύμβουλος του Ιωάννη Λαδά (ο οποίος υπηρέτησε κατά την περίοδο της χούντας των Συνταγματαρχών σε διάφορες θέσεις: διοικητής της ΕΑΤ-ΕΣΑ (Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας), γενικός γραμματέας στα υπουργεία δημόσιας τάξης και τουρισμού, υφυπουργός εσωτερικών και υπουργός κοινωνικών υπηρεσιών) και στέλεχος της χουντικής ΚΥΠ. Ο Πλεύρης έπαιξε σημαντικό ρόλο ως σύνδεσμος μεταξύ της ελληνικής χούντας και Ιταλών φασιστών, ενισχύοντας το δίκτυο «Stay Behind»/Gladio. Ο Πλεύρης έχει καταστήσει σαφή τον φασιστικό και ρατσιστικό χαρακτήρα του ιδεολογικού προσανατολισμού του στα εξής βιβλία του: Κοινωνιολογία (εκδ. Νέα Θέσις), Ρατσισμός: Από το Ψεύδος στην Αλήθειαν (εκδ. Νέα Θέσις), Ο Καπιταλιστής (εκδ. Νέα Θέσις), και Ο Αντιδημοκράτης (εκδ. Νέα Θέσις). Ακολουθώντας σαφώς φασιστικές και ρατσιστικές πολιτικές θεωρίες, στα προαναφερθέντα βιβλία του, υποστηρίζει την ιδεολογία του εθνικισμού, θέσεις του βιολογικού και του πολιτιστικού ρατσισμού, καθώς και μια συνολιστική-οργανισμική θεώρηση της κοινωνίας, υπό το πρίσμα της οποίας καταφέρεται εναντίον και του καπιταλισμού και της δημοκρατίας. Επίσης, ακολουθώντας τη συγγραφική παράδοση του Γεωργαλά στο πεδίο της προπαγάνδας, ο Πλεύρης συνέγραψε κι αυτός ένα βιβλίο για την προπαγάνδα, υπό τον τίτλο Η Πολιτική Προπαγάνδα (εκδ. Νέα Θέσις).

    Σε μια συνέντευξη που έδωσε ο Κ. Πλεύρης στη διακεκριμένη Ιταλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Οριάνα Φαλάτσι (Oriana Fallaci) και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό LEuropeo στις 26 Σεπτεμβρίου 1976, είπε τα εξής για τη σχέση του με Ιταλούς φασίστες: «Ναι, αλλά ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πήγα εγώ σ’ αυτούς. Ήταν αυτοί, που έρχονταν εδώ σ’ εμένα. Η Ιταλία είναι μια χώρα που δεν επισκέπτομαι συχνά. [...] Όταν βρίσκομαι στη Ρώμη γνωρίζω ότι η αστυνομία με παρακολουθεί και κατά συνέπεια δεν εργάζομαι καλά, δεν αισθάνομαι ήσυχος. Αντιθέτως, όταν βρίσκομαι εδώ εργάζομαι καλά και αισθάνομαι ήσυχος. Έτσι μένω εδώ και βλέπω όποιον θέλω. Βλέπω τον Πίνο Ραούτι (Pino Rauti), τον Τζούλιο Ματσερατίνι (Giulio Maceratini) [...] και ίσως οργανώνω και κάτι μαζί τους». Όπως προανέφερα στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου, ο Πίνο Ραούτι ήταν ο αρχηγός του φασιστικού κόμματος «MSI Fiamma-Tricolore» και ο ιδρυτής της φασιστικής ανατρεπτικής οργάνωσης «Όρντινε Νουόβο», η οποία ήταν μέρος της Gladio.

    Στην ανωτέρω συνέντευξη, ο Πλεύρης αναφέρει τα εξής για τη γνωριμία του με τον Πίνο Ραούτι το 1967: «Μετά από το πραξικόπημα ήρθε σ’ εμένα ως δημοσιογράφος για να μου πάρει συνέντευξη. Όπως όλοι οι Ιταλοί που έρχονται εδώ, είχε σύγχυση στις ιδέες του. Αλλά, μετά από εκείνη τη φορά, επέστρεψε με περισσότερο καθαρές ιδέες: για να ζητήσει βοήθεια. Όχι [...] όχι χρηματική βοήθεια [...] Ήθελε να συνεργαστεί με την “4η Αυγούστου”. Ήθελε να διοργανώσει ένα συνέδριο στο οποίο θα συμμετείχαν: η εφημερίδα του, εμείς της “4ης Αυγούστου” και η Όρντινε Νουόβο (Ordine Nuovo)». Επίσης, στην ίδια συνέντευξη, ο Πλεύρης εκφράζει τον θαυμασμό του προς την «Όρντινε Νουόβο»: «Στην Ιταλία δεν υπάρχει παρά μόνον η Όρντινε Νουόβο. Αυτή πράγματι είναι σοβαρή. Πολύ σοβαρή οργάνωση. Η Όρντινε Νουόβο εκπροσωπεί ό,τι καλύτερο για την ιταλική νεολαία, είναι η μόνη ελπίδα για τον φασισμό». Μάλιστα, ο Πλεύρης υπερασπίζεται την «Όρντινε Νουόβο», ακόμη κι όταν η δημοσιογράφος του επισημαίνει τις βομβιστικές ενέργειες που διέπραξε η «Όρντινε Νουόβο». Η απάντηση του Πλεύρη ήταν η εξής: «Όταν ένας δημοκράτης τοποθετεί μια βόμβα. Όταν το κάνει ένας φασίστας είναι εγκληματίας». Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Ελλάδα ήταν μια από τις σημαντικότερες χώρες-καταφύγια πολλούς εξτρεμιστές φασίστες που καταζητούνταν από την ιταλική Δικαιοσύνη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ο Έλιο Μασαγκράντε (Elio Massagrande) της «Όρντινε Νουόβο», ο Τσεζάρε Φέρι (Cesare Ferri) και ο Πιέρο Μπάτιστον (Piero Battiston) της επίσης φασιστικής οργάνωσης «Λα Φενίτσε» (La Fenice) καθώς και ορισμένοι συνωμότες του κινήματος Μποργκέζε (Borghese).

    Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι, στην ανωτέρω συνέντευξή του, ο Κ. Πλεύρης παραδέχθηκε την ύπαρξη και λειτουργία στρατοπέδων εκπαίδευσης φασιστών στην Κέρκυρα, λέγοντας τα εξής: «Ναι, τα στρατόπεδα ήταν στην Κέρκυρα. Όμως πιστεύω ότι και η CIA είχε τα δικά της στην Κέρκυρα. Σε κάθε περίπτωση, ήταν σίγουρα στην Κέρκυρα. Ήρθαν εδώ δύο ή τρεις Ιταλοί που ήθελαν να οργανώσουν αυτά τα στρατόπεδα [...] για [...]  τουρισμό [...] Δύο ή τρεις μισίνι [σημείωση: εννοεί μέλη του φασιστικού κόμματος MSI]. Δεν θυμάμαι ποιοι ήταν. Μπορώ να σας πως ότι ο ένας ήταν ο Ραούτι, αυτός και δύο ή τρεις μισίνι. Ήθελαν να κάνουν κάμπινγκ για να εκπαιδευτούν και το έκαναν. Και μάλιστα, όχι ένα, αλλά δύο ή τρία κάμπινγκ. Πήγε και η Αστυνομία να τα ελέγξει, αλλά όλα ήταν κανονικά και τα κάμπινγκ συνέχισαν να λειτουργούν».

    Ήδη τον Απρίλιο του 1968, στην επέτειο του ελληνικού πραξικοπήματος, περισσότεροι από 50 εξτρεμιστές των ιταλικών φασιστικών οργανώσεων «Όρντινε Νουόβο» και «Αβανγκουάρντια Νατσιονάλε» (Avanguardia Nazionale) πραγματοποίησαν εκπαιδευτικό ταξίδι στην Ελλάδα, προσκεκλημένοι της ελληνικής στρατιωτικής κυβέρνησης. Επίσης, τον Ιούνιο του 1967, ιδρύθηκε στη Ρώμη ο «Εθνικός Σύνδεσμος Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας» (ΕΣΕΣΙ), με γραφεία στις κυριότερες πόλεις της Ιταλίας που διαθέτουν πανεπιστήμια. Σκοποί του ΕΣΕΣΙ ήταν αφενός η διεξαγωγή προπαγάνδας υπέρ του ελληνικού δικτατορικού καθεστώτος, αφετέρου το φακέλωμα αντιφασιστών Ελλήνων φοιτητών στην Ιταλία.

    Το εθνικιστικό κόμμα Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ) του Γεωργίου Καρατζαφέρη όρισε τον Κωνσταντίνο Πλεύρη επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας του εν λόγω κόμματος στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2012. Επίσης, ο υιός του Κωνσταντίνου Πλεύρη, Αθανάσιος Πλεύρης, εξελέγη βουλευτής Α’ Αθηνών με το ΛΑΟΣ το 2007, ευρωβουλευτής με το ΛΑΟΣ το 2009, και πάλι βουλευτής Α’ Αθηνών με το ΛΑΟΣ το 2009, ενώ, τον Μάιο του 2012, προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία ως υποψήφιος βουλευτής Α’ Αθηνών.

Κεφάλαιο 6: Το κίνημα του Ιωαννίδη και ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ

    Την 1 Ιουνίου 1973, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος κατήργησε τη Βασιλεία και αποφάσισε να πραγματοποιήσει βήματα προς τη ‘φιλελευθεροποίηση’ του δικτατορικού καθεστώτος. Μετά από το δημοψήφισμα του 1973, που, υπό την πίεση του καθεστώτος, οδήγησε στην καταψήφιση της Βασιλείας, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, ο οποίος είχε σημαντική πολιτική εμπειρία ως υπουργός στην κυβέρνηση Σοφούλη (1949) και στην κυβέρνηση Παπάγου (1952).

    Σύμφωνα με την εντολή του Παπαδόπουλου, η αποστολή της κυβέρνησης Μαρκεζίνη ήταν να επιφέρει ορισμένες ‘δημοκρατικές’ μεταρρυθμίσεις και να διεξαγάγει βουλευτικές εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκ μέρους της ΕΡΕ, και ο Γεώργιος Παπανδρέου, εκ μέρους της Ένωσης Κέντρου, έσπευσαν να δηλώσουν ότι δεν δέχονταν να συμμετάσχουν σ’ εκείνες τις εκλογές, ενώ ο Ηλίας Ηλιού, εκ μέρους της ΕΔΑ, ακολούθησε πιο διαλλακτική στάση. Τότε ο Γεώργιος Ράλλης, καθ’ υπόδειξη του Κ. Καραμανλή από το Παρίσι, έγραψε στην εφημερίδα Βραδυνή ότι τα κόμματα έπρεπε να συμμετάσχουν στις προαναφερθείσες εκλογές εάν παρέχονταν επαρκείς εγγυήσεις για το αδιάβλητο αυτών.

    Μεταξύ των προσώπων που συμπεριέλαβε στην κυβέρνησή του ο Μαρκεζίνης, ήταν ο οικονομολόγος Νικόλαος Μομφεράτος (οικονομικός σύμβουλος του Κ. Καραμανλή στην περίοδο 1959-1963) και ο μεγαλοεισοδηματίας Λάμπρος Ευταξίας (παλαιός βουλευτής, υπουργός και χρηματοδότης της ΕΡΕ και στενός φίλος του Κ. Καραμανλή), τους οποίους –όπως γράφει ο ίδιος ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης στο βιβλίο του Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος– χρησιμοποιούσε ως συνδέσμους με τον Κ. Καραμανλή, που ζούσε «αυτοεξόριστος» στο Παρίσι.

    Ο Μαρκεζίνης προσπάθησε να λάβει ορισμένα μέτρα ‘φιλελευθεροποίησης’ του δικτατορικού καθεστώτος, όπως η κατάργηση του στρατιωτικού νόμου, η παροχή αμνηστίας σε πολιτικούς κρατουμένους, η χαλάρωση της λογοκρισίας, η προκήρυξη εκλογών, κ.λπ. Όμως η κυβέρνηση Μαρκεζίνη συνέπεσε με την έκρηξη του Πολέμου Γιόμ Κιπούρ στη Μέση Ανατολή.

    Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ ήταν κρίσιμης σημασίας για την ενίσχυση της θέσης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ χρειάζονταν η Ελλάδα να προσφέρει κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επιτυχία των σχεδίων της αμερικανο-ισραηλινής πλευράς στη Μέση Ανατολή και βεβαίως, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ, είχαν ανάγκη η Ελλάδα να έχει τη μέγιστη δυνατή πολιτική σταθερότητα. Η επιλογή του δικτάτορα Παπαδόπουλου να αρχίσει, μέσω της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, την εφαρμογή προγράμματος ‘φιλελευθεροποίησης’ του δικτατορικού καθεστώτος του και ιδίως η άρνηση του Παπαδόπουλου να επιτρέψει την προσγείωση αμερικανικών αεροπλάνων στα στρατιωτικά αεροδρόμια Ελευσίνας και Σούδας, τα οποία θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις στο πλευρό των Ισραηλινών, προκάλεσαν σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ της αμερικανο-ισραηλινής πλευράς και της Ελλάδας.

   Στις 25 Νοεμβρίου 1973, Δημήτριος Ιωαννίδης, σε συνεννόηση με τη CIA και επικεφαλής πολλών αξιωματικών, ανέτρεψε τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη και έθεσε τον Παπαδόπουλο και τον Μαρκεζίνη σε περιορισμό. Στη δικτατορική κυβέρνηση του Παπαδόπουλου, ο Ιωαννίδης διετέλεσε αρχηγός της ΕΑΤ-ΕΣΑ και διευθυντής του υπουργείου εθνικής άμυνας.

    Η CIA είχε συντάξει το 1973 απόρρητη έκθεση για την προσωπικότητα και τις απόψεις του Ιωαννίδη. Στις 3 Φεβρουαρίου 2002, η εφημερίδα Το Βήμα δημοσίευσε αποσπάσματα από την προαναφερθείσα έκθεση της CIA για τον Ιωαννίδη. Μεταξύ άλλων, εκείνη η έκθεση ανέφερε τα εξής: «Ο Ιωαννίδης άρχισε την καριέρα του ως αξιωματικός στην εθνικιστική αντάρτικη οργάνωση του Ζέρβα […] Ο στρατηγός λέει πως ανέλαβε την ΕΣΑ για να ελέγχει την κατάσταση. Μετά το αποτυχημένο αντιπραξικόπημα του βασιλέα Κωνσταντίνου, τον Δεκέμβριο του 1967, ανέλαβε την ευθύνη για την παρακολούθηση ενεργών αλλά και απόστρατων αξιωματικών. Απέκτησε επίσης σημαντική ισχύ στη λήψη αποφάσεων για τις μεταθέσεις αξιωματικών σε θέσεις-κλειδιά […] Ο Ιωαννίδης ήταν ανέκαθεν ένας από τους πιθανότερους αντιπάλους του Παπαδόπουλου […] Η αντίθεση του Ιωαννίδη προς τον Παπαδόπουλο ξεκινάει τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1968, όταν τάχθηκε εναντίον του δημοψηφίσματος για το Σύνταγμα. Από τότε, και ειδικά από τον Απρίλιο του 1970, άρχισε να επικρίνει όλο και περισσότερο τον τρόπο διακυβέρνησης του Παπαδόπουλου, τις κατηγορίες για διαφθορά, τον νεποτισμό, την ανάμειξη εκ νέου των πολιτικών και την έμμονη ενασχόληση του Παπαδόπουλου με το πολιτικό του μέλλον. Ο Ιωαννίδης τα έβλεπε όλα αυτά ως υποχωρήσεις από τους στόχους και το πνεύμα της επανάστασης του 1967 […] Ο Ιωαννίδης έχει εκφράσει τη γνώμη πως ο Παπαδόπουλος έμεινε στην εξουσία πολύ λίγο χρόνο για να μπορεί να προχωρήσει σε δημοκρατικά πειράματα και πως χρειάζεται ένα μεγαλύτερο διάστημα, 10 ή 20 ετών, ώστε να καθαρίσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα από τους λεκέδες του παλιού κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο Ιωαννίδης έχει δηλώσει ότι οι βουλευτικές εκλογές δεν μπορούν να διεξαχθούν στην Ελλάδα στο ορατό μέλλον, τουλάχιστον ώσπου οι κομμουνιστές να σταματήσουν να αποτελούν ελκυστική πρόταση για τους Έλληνες και οι παλιοί πολιτικοί ηγέτες να γεράσουν αρκετά ώστε να μην μπορούν να συμμετάσχουν στη δημόσια ζωή. […] Ο Ιωαννίδης δηλώνει ότι είναι σταθερά φιλοαμερικανός και θα κρατήσει την ίδια στάση ώσπου να απογοητευθεί από την αμερικανική υποστήριξη στο καθεστώς του. Τάχθηκε υπέρ της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο του Βιετνάμ και πιστεύεται ότι θέλει να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να πλήξει τις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ».

    Η δικτατορική κυβέρνηση του Ιωαννίδη προσέφερε στις ΗΠΑ και το Ισραήλ την κρίσιμη υποστήριξη που χρειάζονταν στον Πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ ήταν μια πολύ σημαντική και πολύπλοκη επιχείρηση για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

    Το 1973, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη. Η επίσημη εκδοχή του Πολέμου του Γιόμ Κιπούρ έχει ως εξής: στις 6 Οκτωβρίου 1973, ενώ το Ισραήλ εόρταζε την ιερότερη ιουδαϊκή θρησκευτική εορτή, δηλαδή τη «Γιόμ Κιπούρ», ο πρόεδρος και αρχιστράτηγος της Αιγύπτου, Ανουάρ αλ-Σαντάτ (Anear as-Sadat), και ο πρόεδρος της Συρίας, Χαφέζ αλ-Άσαντ (Hafez al-Assad), από κοινού, εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις διέσχισαν τη Διώρυγα του Σουέζ και προέλασαν μερικά μίλια στην κατεχόμενη από τους Ισραηλινούς Χερσόνησο του Σινά. Όμως, χάρη στην ικανή στρατιωτική διοίκηση του Ισραηλινού στρατηγού Αριέλ Σαρόν (Ariel Sharon), οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις διέσχισαν τη Διώρυγα του Σουέζ και περικύκλωσαν την Τρίτη Στρατιά της Αιγύπτου. Τελικά, οι αρχικές συμφωνίες για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, που υπεγράφησαν το 1974 και το 1975, οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ στις 26 Μαρτίου 1979 στην Ουάσινγκτον.

    Όμως ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ είχε και μια πολύπλοκη παρασκηνιακή διάσταση. Αυτήν την παρασκηνιακή διάσταση ανέλυσε εκτενώς σε ειδική έκθεσή του προς το Σοβιετικό Πολιτικό Γραφείο (με ημερομηνία Ιανουάριος 1975) ο πρέσβης της ΕΣΣΔ στο Κάιρο, Βλαντιμίρ Βινογκράντοβ (Vladimir M. Vinogradov), ο οποίος ήταν ένας από τους ικανότερους διπλωμάτες και γνώστες της πολιτικής κατάστασης στη Μέση Ανατολή που διέθετε η ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με την έκθεση του Βινογκράντοβ, ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ ήταν στην ουσία του μια μυστική συμπαιγνία των ηγετών των ΗΠΑ, της Αιγύπτου και του Ισραήλ, με σκηνοθέτη τον υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσιντζερ (Henry Kissinger). Συγκεκριμένα, με αυτόν τον πόλεμο, ο καθένας απ’ αυτούς τους δρώντες προωθούσε τη δική του πολιτική ατζέντα.

    Το σχέδιο του Σαντάτ είχε ως εξής: πριν από τον πόλεμο, το κύρος και η δημόσια εικόνα του Σαντάτ, εντός και εκτός Αιγύπτου, βρίσκονταν στο ναδίρ. Ο Σαντάτ, ο οποίος είχε υπάρξει ο λιγότερο καλλιεργημένος και ο λιγότερο χαρισματικός μεταξύ των στενών συνεργατών του Νάσερ, ήταν τώρα απομονωμένος και χρειαζόταν απεγνωσμένα έναν ελεγχόμενο πόλεμο με το Ισραήλ που δεν θα οδηγούσε σε ήττα της Αιγύπτου. Ένας τέτοιος πόλεμος θα εκτόνωνε τις πιέσεις στις αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις και θα ενίσχυε την εξουσία του καθεστώτος Σαντάτ. Οι ΗΠΑ έδωσαν πράσινο φως στα πολεμικά σχέδια του Σαντάτ, ενώ η ΕΣΣΔ, παρ’ ότι η Αίγυπτος βρισκόταν υπό σοβιετική στρατιωτική προστασία, ήταν αντίθετη στην έκρηξη νέων πολεμικών επιχειρήσεων στην περιοχή. Έτσι, ο Σαντάτ εγκατέλειψε το σοβιετικό στρατόπεδο και στράφηκε προς τις ΗΠΑ∙ άλλωστε, ο Σαντάτ απεχθανόταν τα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Αυτό που επιζητούσε ο Σαντάτ δεν ήταν το να νικήσει, αλλά το να μην ηττηθεί. Η δικαιολογία του για την αδυναμία του να νικήσει είχε προετοιμαστεί: θα έριχνε το φταίξιμο στον σοβιετικό εξοπλισμό. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι εντολές που δόθηκαν στις αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις ήταν ιδιαίτερα συντηρητικές: διατάχθηκαν να διασχίσουν τη Διώρυγα του Σουέζ και ύστερα να διατηρήσουν το προγεφύρωμα, δίνοντας έτσι χρόνο στις ΗΠΑ να επέμβουν στρατιωτικά.

    Το σχέδιο των ΗΠΑ είχε ως εξής: στο πλαίσιο της απόαποικιοποίησης της Μέσης Ανατολής, οι ΗΠΑ είχαν υποστεί γεωπολιτικές και οικονομικές απώλειες στη Μέση Ανατολή, μια πολύ σημαντική γεωπολιτικά και γεωοικονομικά περιοχή, λόγω του πετρελαίου, της Διώρυγας του Σουέζ και του πληθυσμού της. Συγχρόνως, παρ’ ότι το Ισραήλ υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ, οι Άραβες γείτονές του γίνονταν όλο και ισχυρότεροι. Για τους προαναφερθέντες λόγους, οι ΗΠΑ ήθελαν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν το Ισραήλ αλλά συγχρόνως ήθελαν να υποχρεώσουν το Ισραήλ να ακολουθήσει διαλλακτικότερη και πιο ευέλικτη πολιτική προς τους Άραβες. Επίσης, οι ΗΠΑ επεδίωκαν την ανάπτυξη της οικονομικής συνεργασίας τους με αραβικές χώρες, ειδικά στο ζήτημα του πετρελαίου. Για να πραγματοποιήσουν τους προαναφερθέντες στόχους τους, οι ΗΠΑ χρειάζονταν μια ευκαιρία για να ‘σώσουν’ το Ισραήλ, ώστε να κάμψουν την αλαζονεία του, και μια ευκαιρία για να αφήσουν τους Αιγυπτίους να πραγματοποιήσουν ορισμένες στρατιωτικές επιτυχίες σε βάρος του Ισραήλ, ώστε να οδηγήσουν την Αίγυπτο –τη μεγαλύτερη αραβική στρατιωτική δύναμη– στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς να είναι υπερβολικά ταπεινωμένη (αφού δεν θα είχε ηττηθεί), ούτε υπερβολικά φιλόδοξη (αφού δεν θα είχε νικήσει). Συνεπώς, οι ΗΠΑ θα ωφελούνταν από έναν περιορισμένο, ελεγχόμενο πόλεμο του Σαντάτ εναντίον του Ισραήλ.

    Το σχέδιο του Ισραήλ ήταν το εξής: η ηγεσία του Ισραήλ έπρεπε να βοηθήσει τις ΗΠΑ, τον κύριο υποστηρικτή και εγγυητή της ύπαρξης και της ασφάλειας του Ισραήλ. Οι ΗΠΑ είχαν ανάγκη να ενισχύσουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή. Η ενίσχυση της θέσης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ισραηλινής κυβέρνησης– σήμαινε αυτομάτως βελτίωση της θέσης και του Ισραήλ. Η Αίγυπτος αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι ο Σαντάτ δεν έβλεπε θετικά ούτε τον σοσιαλισμό της ΕΣΣΔ ούτε τα προοδευτικά πολιτικά κινήματα που αναπτύσσονταν στο εσωτερικό της χώρας του, κι έτσι, με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα μπορούσε να αλλάξει στρατόπεδο. Επίσης, εάν η Συρία έμενε μόνη της, χωρίς την Αίγυπτο, θα μπορούσε να καμφθεί στρατιωτικά. Ακολουθώντας το προαναφερθέν σκεπτικό, οι Ισραηλινοί και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να επιτρέψουν στον Σαντάτ να καταλάβει τη Διώρυγα του Σουέζ, αλλά το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν υπό τον έλεγχό τους τα ορεινά περάσματα Μίτλα και Γκίντι, διατηρώντας έτσι μια ισχυρή γραμμή άμυνας. Αυτό ήταν άλλωστε, το Σχέδιο Ρότζερς (Rogers Plan) του 1970, το οποίο ήταν αποδεκτό από το Ισραήλ.

    Όμως το σχέδιο για την έκρηξη ενός ελεγχόμενου πολέμου μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ βγήκε εκτός ελέγχου όταν η ΕΣΣΔ –παρ’ ότι ήταν αντίθετη στην πολεμική πρωτοβουλία της Αιγύπτου– ενεπλάκη στον πόλεμο στο πλευρό της Αιγύπτου, όταν τα ρωσικά όπλα αποδείχθηκαν πολύ αποτελεσματικά και όταν οι αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις αποδείχθηκαν πιο αποφασιστικές και πιο αποτελεσματικές από τις αρχικές εκτιμήσεις των πολιτικών ηγεσιών της Αιγύπτου, του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Παρά τις προειδοποιήσεις της Μόσχας, ο Σαντάτ διέπραξε στρατηγικά σφάλματα που επέτρεψαν στις δυνάμεις του Ισραηλινού στρατηγού Σαρόν να περικυκλώσουν την Τρίτη Στρατιά της Αιγύπτου και να διασχίσουν τη Διώρυγα του Σουέζ. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη ‘σώσει’ το Ισραήλ από την αιγυπτιακή επίθεση, παρέχοντας σημαντικές στρατιωτικές υποδομές και εξοπλισμό. Στη συνέχεια, οι ΗΠΑ ‘έσωσαν’ και την Αίγυπτο από την προέλαση των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, και, σε αντάλλαγμα, η Αίγυπτος επέτρεψε στις ΗΠΑ να καταφέρουν σκληρό στρατιωτικό πλήγμα σε βάρος της Συρίας.

    Υπό το πρίσμα της ανωτέρω ανάλυσης, ο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ απεδείχθη πολύ σημαντικός για την ενίσχυση της θέσης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Κεφάλαιο 7: Η εξέλιξη του ακροδεξιού/φασιστικού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα μετά από την πτώση της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών

Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΕΔΕ): Η Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΕΔΕ) ιδρύθηκε αμέσως μετά από την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, σε μια εποχή κατά την οποία ο εθνικιστικός πολιτικός χώρος βρισκόταν σε βαθιά κρίση. Αρχηγός της ΕΔΕ ήταν ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο οποίος το 1951 ήταν υπουργός συντονισμού, και το 1964, στην κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, ήταν υπουργός άμυνας. Η ΕΔΕ είχε πολύ χαμηλό επίπεδο οργάνωσης και γι’ αυτό, στις εκλογές της 17 Νοεμβρίου 1974, έλαβε μόνο το 1,08% των ψήφων. Όμως η ΕΔΕ είχε σημαντική συνεισφορά στην ανάπτυξη του εθνικιστικού πολιτικού χώρου και στο μεγάλο ποσοστό της «Εθνικής Παράταξης»-ΕΝΕΠ στις εκλογές του 1977. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 1974, οι προεκλογικές συγκεντρώσεις της ΕΔΕ –παρ’ ότι οι οπαδοί της ΕΔΕ ήταν πολύ λίγοι– προκαλούσαν πολυπληθείς αντισυγκεντρώσεις.

Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ: Στις εθνικές εκλογές του 1977, η Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ (ΕΝΕΠ σημαίνει Εθνική Νεολαία Εθνικής Παρατάξεως) έλαβε ποσοστό 6,8% των ψήφων και εξέλεξε πέντε βουλευτές (Α’ Αθηνών, Β’ Αθηνών, Λακωνία, Καρδίτσα και Ξάνθη). Όμως δεν εξελέγη βουλευτής ο πρόεδρος του κόμματος, Στ. Στεφανόπουλος (υποψήφιος στην Ηλεία), ο οποίος, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, ήταν ο εγγυητής της ενότητας και ο ικανότερος διαμορφωτής της ιδεολογίας του κόμματος. Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος ανέλαβε ο Σπ. Θεοτόκης, ο οποίος εξήντλησε τον πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς σ’ έναν στείρο αντικομμουνισμό, αδυνατώντας να αρθρώσει ολοκληρωμένο και εθνικιστικό πολιτικό λόγο. Ωστόσο, η Νεολαία της «Εθνικής Παράταξης» επιχείρησε να προσδώσει στον εθνικισμό κινηματικό χαρακτήρα και κατόρθωσε να δημιουργήσει περί τις 100 τοπικές οργανώσεις ανά την Ελλάδα.

    Η Εθνική Παράταξη ήταν διαβόητη για την επιθετικότητα των προεκλογικών συνθημάτων της. Για παράδειγμα, στις βουλευτικές εκλογές του 1977, ένα από τα συνθήματα των οπαδών της Εθνικής Παράταξης ήταν το εξής: «Φόλα, στο σκύλο του ΠΑΣΟΚ».

    Βασικοί πολιτικοί ανταγωνιστές της Εθνικής Παράταξης ήταν το Κόμμα Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη και βεβαίως η Νέα Δημοκρατία. Λόγω της χαμηλής ποιότητας ηγεσίας του Θεοτόκη, πολλά στελέχη του Εθνικής Παράταξης μεταπηδούσαν στη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Αυτό έπραξε και ο ίδιος ο Θεοτόκης στις εκλογές του 1981!

    Στενός σύμβουλος και συνεργάτης του Θεοτόκη ήταν ο Γ. Γεωργαλάς, ο διαβόητος σύμβουλος προπαγάνδας της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Με τη βοήθεια του Γεωργαλά, και δεδομένης της αδυναμίας του Σπ. Μαρκεζίνη να αποκτήσει αξιόλογη απήχηση στη νεολαία, ο Θεοτόκης προσπάθησε να επανιδρύσει υπό την απόλυτη εξουσία του την Εθνική Παράταξη, να ενεργοποιήσει περαιτέρω την ΕΝΕΠ και να συνενώσει ολόκληρο των εθνικιστικό χώρο εντός του κόμματός του. Η προσπάθειά του όμως απέτυχε, και γι’ αυτό, τελικά, το 1981, προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία. Μάλιστα, ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Γεώργιος Ράλλης, ο οποίος ήταν φίλος του Θεοτόκη, συμπεριέλαβε τον Σπ. Θεοτόκη στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 1981.

    Η ΕΝΕΠ είχε δημιουργηθεί με βάση την ιδεολογία του εθνικισμού. Η ιδεολογική ταυτότητα αυτής της οργάνωσης εκφράστηκε συστηματικά στο περιοδικό Κίνημα, που ήταν το επίσημο όργανο ιδεολογικής καθοδήγησης της οργάνωσης. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της εθνικιστικής ιδεολογίας στην ΕΝΕΠ ήταν ο Ανδρέας Δενδρινός, στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Πλεύρη και του Ιωάννη Λαδά στη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Το βιβλίο του Δενδρινού υπό τον τίτλο Εθνοκρατία άσκησε πολύ μεγάλη ιδεολογική επίδραση στον εθνικιστικό και ακροδεξιό πολιτικό χώρο της Ελλάδας στη δεκαετία του 1970.

    Στο εσωτερικό της ΕΝΕΠ, υπήρχαν δύο σημαντικές και συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους τάσεις. Η μια τάση ήταν γνωστή ως «Κινηματίες» και είχε αρχηγό της τον Δενδρινό. Οι «Κινηματίες» του Δενδρινού συνεργάζονταν στενά με τον φυλακισμένο πραξικοπηματία Ιωαννίδη και γενικά με τους ‘ιωαννιδικούς’.  Η άλλη τάση της ΕΝΕΠ είχε αρχηγό τον Θεόδωρο Περρωτή και συνεργαζόταν στενά με τον φυλακισμένο πραξικοπηματία Παπαδόπουλο και γενικά με τους ‘παπαδοπουλικούς’. Τελικά, στο συνέδριο της ΕΝΕΠ, στον βόλο την Άνοιξη του 1979, κυριάρχησε η τάση του Περρωτή και η ΕΝΕΠ διασπάστηκε. Έτσι, προέκυψε η ΕΝΕΠ με πρόεδρο τον ‘παπαδοπουλικό’ Περρωτή και το «Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα» (ΕΝΕΚ) με πρόεδρο τον Πολύδωρο Δάκογλου, ιδεολογικό σύμμαχο του Δενδρινού. Στη συνέχεια, η ΕΝΕΠ αυτοδιαλύθηκε και προσχώρησε ως μπλοκ στο Κόμμα Προοδευτικών, που επανίδρυσε ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης το 1979.

Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα-ΕΝΕΚ: Μετά από τη διάσπαση της Εθνικής Παράταξης-ΕΝΕΠ, το 1979, 88 στελέχη του που είχαν διαγραφεί από την Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ υπέγραψαν διακήρυξη για τη δημιουργία του «Ενιαίου Εθνικιστικού Κινήματος» (ΕΝΕΚ). Τα ιδρυτικά στελέχη του ΕΝΕΚ, σε μεγάλη έκταση, ήταν πρώην μέλη της πλέον εξτρεμιστικής πτέρυγας της οργάνωσης νεολαίας ΕΝΕΠ και, μαζί με μέλη της πάλαι ποτέ ΕΝΕΠ (εφόσον, όπως προανέφερα, τελικά η Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ προσχώρησε ως μπλοκ στο επανιδρυθέν Κόμμα Προοδευτικών του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη), εργάζονταν για την οικοδόμηση του δικού τους πολιτικού χώρου. Κύριος στόχος τους, όπως έλεγαν το 1979, ήταν η προοπτική του 2000, δηλαδή η ισχυρή εκλογική παρουσία τους μετά από 21 χρόνια, εφόσον θεωρούσαν ότι τότε θα ήταν έτοιμοι για την πραγμάτωση των εκλογικών στόχων τους.

    Σύντομα, εντός του ΕΝΕΚ, δημιουργήθηκαν δύο αντιμαχόμενες μεταξύ τους τάσεις. Τα συγγράμματα του Ανδρέα Δενδρινού διαμόρφωσαν μια ισχυρή ομάδα με εθνικοσοσιαλιστικό (ναζιστικό) ιδεολογικό προσανατολισμό. Αυτή η ομάδα συσπειρώθηκε στο περιοδικό Κίνημα, το οποίο εξέφραζε σαφώς εθνικοσοσιαλιστικές θέσεις. Αντίθετα, ο πρόεδρος του ΕΝΕΚ, Πολύδωρος Δάκογλου, επιχειρούσε να διακρίνει την ακραία εθνικιστική ιδεολογία του από τον Ναζισμό. Έτσι, ο Δάκογλου και η δική του τάση ήρθαν σε ρήξη με την τάση που εξέφραζαν ο Δενδρινός και το περιοδικό Κίνημα.

    Ο Δάκογλου εξέφραζε την ιδεολογία του φασισμού, και ο Δενδρινός εξέφραζε την ιδεολογία του ναζισμού, αλλά οι αρχηγικές φιλοδοξίες και των δύο δεν τους επέτρεψαν να συνυπάρξουν ομαλά εντός του ΕΝΕΚ. Ακολουθώντας τις ‘εκκαθαριστικές’ μεθόδους που είχε εφαρμόσει ο Περρωτής στην Εθνική Παράταξη-ΕΝΕΠ, ο Δάκογλου διέγραψε τους διαφωνούντες. Έτσι, ο Δενδρινός και η ομάδα του εκδιώχθηκαν από το ΕΝΕΚ.

    Το ΕΝΕΚ, υπό την ηγεσία του Πολύδωρου Δάκογλου, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει ισχυρή παρουσία στις εθνικές εκλογές. Οι εκλογικές αποτυχίες του ΕΝΕΚ οδήγησαν στην αυτοδιάλυσή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις ευρωεκλογές του 1981, το ΕΝΕΚ μετά βίας έλαβε περίπου 2.000 ψήφους, προκαλώντας την ειρωνεία μελών της ομάδας του Δενδρινού, τα οποία έλεγαν χαιρέκακα ότι αυτό εννοούσε ο Δάκογλου όταν έλεγε «προοπτική 2000». Σταδιακά και μέχρι τα μέσα του 2000, σημαντικός αριθμός στελεχών του ΕΝΕΚ, μεταξύ των οποίων άτομα με ιδιαίτερη γνώση του φασισμού και του ακροδεξιού/εθνικιστικού χώρου στην Ελλάδα, εντάχθηκαν στο κόμμα «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός» (ΛΑΟΣ) του Γεωργίου Καρατζαφέρη, ενώ ο Δενδρινός και η ομάδα του ακολούθησαν αυτόνομη πορεία.

Κόμμα Προοδευτικών: Το 1979, ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης επανίδρυσε το «Κόμμα Προοδευτικών». Η πρώτη φορά που ο Μαρκεζίνης ίδρυσε το «Κόμμα Προοδευτικών» ήταν το 1955, αλλά είχε αποτύχει στις εκλογές του 1956. Εξ ου και, το 1961, ο Μαρκεζίνης συνεργάστηκε με την «Ένωση Κέντρου», και το 1964, συνεργάστηκε με την ΕΡΕ και εξελέγη βουλευτής Αθηνών.

    Τα περισσότερα μέλη της Εθνικής Παράταξης-ΕΝΕΠ που δεν μετακινήθηκαν προς τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή εντάχθηκαν στο Κόμμα Προοδευτικών του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη. Η Νεολαία του Κόμματος Προοδευτικών ήταν ουσιαστικά στα χέρια της ΕΝΕΠ και διοικούνταν από ανθρώπους της ΕΝΕΠ, υπό την προεδρία του Περρωτή.

    Στις εθνικές εκλογές του 1981, οι περισσότεροι ακροδεξιοί ψηφοφόροι ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία, ανησυχώντας για την ανερχόμενη πολιτική δύναμη του ΠΑΣΟΚ. Επίσης, ενώ η ΕΝΕΠ είχε κατορθώσει να συσπειρώσει τους ακραιφνείς ‘παπαδοπουλικούς’ στο Κόμμα Προοδευτικών και είχε συγκροτήσει δραστήριες, αν και ολιγομελείς, τοπικές οργανώσεις στην Αιτωλοακαρνανία, στη Μεσσηνία, στη Φλώρινα και στην Αθήνα, ποικίλες τάσεις εθνικιστών, εθνικοσοσιαλιστών, ιωαννιδικών και άλλων ακραίων πολιτικών δυνάμεων είχαν δημιουργήσει άλλες οργανώσεις, ανταγωνιστικές προς την ΕΝΕΠ και κατ’ επέκταση και προς το Κόμμα Προοδευτικών. Εξ αιτίας των προαναφερθέντων λόγων, το Κόμμα Προοδευτικών συνετρίβη σε σειρά εκλογικών αναμετρήσεων: στις βουλευτικές εκλογές του 1979, έλαβε 1,69%∙ στις ευρωεκλογές του 1981, έλαβε 1,96%∙ στις ευρωεκλογές του 1984, έλαβε 0,17%. Στις εκλογικές αποτυχίες, προστέθηκαν και σοβαρά οικονομικά προβλήματα για το Κόμμα Προοδευτικών, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε διάλυση τόσο το Κόμμα Προοδευτικών όσο και η ομάδα Περρωτή.

Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ): Η Εθνική Πολιτική Ένωση ιδρύθηκε από τον φυλακισμένο πρώην δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Το κυριότερο αίτημα της ΕΠΕΝ ήταν η αποφυλάκιση των χουντικών. Ενώ αρχικά υπήρχαν καλές ενδείξεις για την ικανότητα του κόμματος να οργανώσει έναν ισχυρό ακροδεξιό/φασιστικό πολιτικό χώρο, σύντομα ξέσπασε κρίση στο εσωτερικό του κόμματος, με αποτέλεσμα, στις 4 Απριλίου 1984, ο Γ. Παπαδόπουλος να παραιτηθεί από την αρχηγεία λόγω της απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής να συμμετάσχει το κόμμα στις ερχόμενες ευρωεκλογές.

     Ως προς την προαναφερθείσα εσωτερική κρίση στην ΕΠΕΝ, υπάρχουν δύο κυρίως απόψεις: Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, οι φυλακισμένοι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος επεχείρησαν να κερδοσκοπήσουν πολιτικά μέσω της ΕΠΕΝ, δηλαδή επεχείρησαν να χρησιμοποιήσουν την ΕΠΕΝ ως απειλή και ως ομάδα πίεσης προς τα κόμματα εξουσίας και ειδικά προς τη Νέα Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν την άποψη, οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος επεχείρησαν, με την ΕΠΕΝ, να θέσουν το εξής εκβιαστικό δίλημμα προς τα κόμματα εξουσίας και ειδικά προς τη ΝΔ: ‘αποφυλακίστε μας, ή διαφορετικά η ΕΠΕΝ θα σας κόψει ψήφους’. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, η Διοικούσα Επιτροπή της ΕΠΕΝ ήταν σε πλήρη συνεννόηση με τους φυλακισμένους χουντικούς, αλλά έπρεπε να φαίνεται ότι δρούσε ανεξέλεγκτα, ώστε οι φυλακισμένοι χουντικοί να στείλουν το εξής μήνυμα προς το πολιτικό κατεστημένο: ‘αποφυλακίστε μας, διότι αλλιώς δεν μπορεί να ελεγχθεί η ομάδα των υποστηρικτών μας’. Ανεξάρτητα από το ποια από τις δύο προαναφερθείσες απόψεις περιγράφει ακριβέστερα την κατάσταση στην ΕΠΕΝ, το σημαντικό είναι ότι η ΕΠΕΝ δεν κατάφερε ούτε ισχυρό πολιτικό ρόλο να παίξει ούτε να οδηγήσει στην αποφυλάκιση των πρωταιτίων της δικτατορίας.

    Στις ευρωεκλογές του 1984, η ΕΠΕΝ έλαβε το 2,29% των ψήφων και εξέλεξε έναν ευρωβουλευτή, τον Χρύσανθο Δημητριάδη, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής της Διοικούσας Επιτροπής του κόμματος. Τον Ιούλιο του 1988, αντικαταστάθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο από τον Αρ. Δημόπουλο, και αυτός με τη σειρά του αντικαταστάθηκε από τον Σπ. Ζουναρτζή τον Ιανουάριο του 1989.

    Εν τω μεταξύ, τον Σεπτέμβριο του 1984, πρόεδρος της Νεολαίας της ΕΠΕΝ ανέλαβε ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος, ο μετέπειτα αρχηγός του φασιστικού και ειδικότερα εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος Χρυσή Αυγή. Στις αρχές του 1985, ο Ν. Μιχαλολιάκος ήρθε σε σύγκρουση με το κόμμα και παραιτήθηκε. Τον Μιχαλολιάκο διαδέχθηκε στην ηγεσία της Νεολαίας της ΕΠΕΝ ο τότε φοιτητής της Νομικής Σχολής, Μάκης Βορίδης, ο οποίος προηγουμένως είχε επισκεφθεί στις Φυλακές Κορυδαλλού τον πρώην δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο και είχε λάβει οδηγίες από εκείνον.

    Στις βουλευτικές εκλογές του 1985, η ΕΠΕΝ έλαβε μόνο το 0,60% των ψήφων. Η ΕΠΕΝ έχει πλέον κατά βάση αποσυντεθεί, και η Νεολαία της ΕΠΕΝ είναι ουσιαστικά το μόνο πολιτικά σημαντικό όργανο του κόμματος. Ο Βορίδης μαζί με εναπομείναντα μέλη της Νεολαίας της ΕΠΕΝ επιμένει να δίνει δυναμικό πολιτικό παρών, τόσο στα κεντρικά γραφεία του κόμματος, στην οδό Ακαδημίας, όσο και στους δρόμους, με διάφορες κινητοποιήσεις. Οι κύριες δυνάμεις του Βορίδη στις κινητοποιήσεις που οργανώνει στους δρόμους της Αθήνας είναι η ομάδα «Ελεύθερων Μαθητών» και διάφοροι σκίνχεντ (skinheads).

    Η ΕΠΕΝ δεν κατάφερε να εκπροσωπηθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις εθνικές εκλογές του 1989 και επίσης απέτυχε να εκλέξει ευρωβουλευτή στις ευρωεκλογές του 1989. Το 1990, ο Βορίδης παραιτήθηκε. Στις εθνικές εκλογές του 1990, η ΕΠΕΝ μετονομάστηκε σε ΕΠΕΝ-Εθνική Συμπαράταξη, και υπέστη εκλογική συντριβή στις εθνικές εκλογές του 1990. Το 1994, μετονομάστηκε σε Εθνικό Κόμμα-ΕΠΕΝ, αλλά υπέστη νέα εκλογική συντριβή στις ευρωεκλογές του 1994. Η πολιτική ιστορία της ΕΠΕΝ οδηγήθηκε στο άδοξο τέλος της στις εθνικές εκλογές του 1996, στις οποίες, για μια ακόμη φορά, απέτυχε να εκπροσωπηθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Ελεύθεροι Μαθητές: Το 1979, στα βόρεια προάστια της Αθήνας, άρχισε να γίνεται γνωστό ένα φασιστικό μαθητικό κίνημα, με την ονομασία Ελεύθεροι Μαθητές, το οποίο ξεκίνησε ως μαθητική οργάνωση στο Κολλέγιο Αθηνών. Ιδρυτής αυτού του κινήματος ήταν ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος, όπως προανέφερα, έπαιξε αργότερα ηγετικό ρόλο στην ΕΠΕΝ. Πολύ γρήγορα αυτό το φασιστικό μαθητικό κίνημα εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές της βόρειας Αττικής, ο δε Μάκης Βορίδης εξελέγη πρόεδρος του 15μελούς μαθητικού συμβουλίου του Κολλεγίου Αθηνών. Επίσης, το κίνημα των Ελευθέρων Μαθητών προσπάθησε να εξαπλωθεί και στα δυτικά προάστια της Αθήνας, μέσω των αρχηγών της ΝΟΠΟ (Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών), αλλά δεν τα κατάφερε.

    Στη συνέχεια, όπως προανέφερα, ο Βορίδης, ως φοιτητής της Νομικής Σχολής, ανέλαβε, σε κάποια φάση, την προεδρία της Νεολαίας της ΕΠΕΝ. Μετά από την αποχώρηση του ίδιου και της ομάδας του από τη Νεολαία της ΕΠΕΝ, ο Βορίδης και η ομάδα του ίδρυσαν το κόμμα Ελληνικό Μέτωπο. Μέχρι την αναστολή της λειτουργίας του, το Ελληνικό Μέτωπο συμμετείχε σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά πάντοτε με πενιχρά αποτελέσματα. Το 2000, ο Βορίδης ήταν υποψήφιος βουλευτής στο κοινό ψηφοδέλτιο του Ελληνικού Μετώπου και της κίνησης Πρώτη Γραμμή του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Το 2005, μετά από την αναστολή της λειτουργίας του Ελληνικού Μετώπου, ο Βορίδης προσχώρησε, μαζί με όλο το κόμμα του, στο κόμμα ΛΑΟΣ του Γεωργίου Καρατζαφέρη. Διετέλεσε μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου και της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΑΟΣ, και εξελέγη βουλευτής Αττικής με το κόμμα ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2007 και του 2009. Τον Νοέμβριο του 2011, ορκίστηκε υπουργός υποδομών στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου, η οποία στηρίχθηκε στη Βουλή από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και τον ΛΑΟΣ, με αποστολή την εφαρμογή του σχεδίου δημοσιονομικής πολιτικής που επέβαλε στην Ελλάδα η διαβόητη «Τρόικα» (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Βορίδης προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία, με την οποία εξελέγη βουλευτής Αττικής στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2012 και, το 2014, έγινε υπουργός Υγείας στην κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά.

Ελληνικό Μέτωπο: Το Ελληνικό Μέτωπο ιδρύθηκε σε μια ανοικτή συνεδρίαση 350 ατόμων τον Απρίλιο του 1994. Όπως προανέφερα, ηγέτης του Ελληνικού Μετώπου ήταν ο Μάκης Βορίδης, θαυμαστής του Γάλλου φασίστα πολιτικού Ζαν Μαρί Λεπέν (Jean-Marie Le Pen), ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής και πρώην πρόεδρος του κόμματος Εθνικό Μέτωπο (Front National). Ο Βορίδης και ο Λεπέν διατηρούσαν στενές προσωπικές σχέσεις στη δεκαετία του 1990. Ο Βορίδης προώθησε τη φασιστική ιδεολογία του μέσω της εφημερίδας του Ελληνικές Γραμμές και προσέφερε ένα πιο εξειδικευμένο πολιτιστικό-ιδεολογικό φροντιστήριο μέσω της μηνιαίας έκδοσης 21ος Αιών.

19-21 Απριλίου 2003, 12ο Συνέδριο του κόμματος  Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν. Ο Μάκης Βορίδης, με συνεργάτες του, ήταν εκεί, επίσημος προσκεκλημένος του Λεπέν. Στη φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά: ο Δημήτριος Δημόπουλος, ο Μάκης Βορίδης, ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Χρήστος Χαρίτος.

    Το 2004, ο Ζαν Μαρί Λεπέν, στη διάρκεια επίσκεψής του στην Ελλάδα, δήλωσε: «Σας καλώ να στηρίξετε με όλες τις δυνάμεις σας το Ελληνικό Μέτωπο και τον Μάκη Βορίδη» (βλ. εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2007). Μετά από μια σειρά εκλογικών αποτυχιών του, το Ελληνικό Μέτωπο, στο 2ο Συνέδριό του, στις 20 Μαρτίου 2005, αποφάσισε να προσχωρήσει στο κόμμα ΛΑΟΣ.

    Σχετικά με τον ρόλο του Λεπέν στον ευρύτερο ακροδεξιό χώρο της Γαλλίας, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Λεπέν και το «Εθνικό Μέτωπό» του εξυπηρέτησαν την προσπάθεια της Ουάσινγκτον και της CIA να εκβιάσουν εκλογικά και να οριοθετήσουν, από τα ‘ακροδεξιά’, την πολιτική του Γάλλου προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ, ο οποίος προωθούσε τη δημιουργία μιας γαλλικής εθνικής αστικής τάξης με σχετικά υψηλό βαθμό αυτονομίας από τις ΗΠΑ σε ουσιώδη ζητήματα που αφορούσαν στη διαχείριση της διεθνούς πολιτικής οικονομίας και των γαλλικών αποικιών. Έτσι, λοιπόν, η Λεπενική Ακροδεξιά έδρασε ως υπονομευτικός/προβοκατόρικος παράγοντας σε βάρος της Γκωλικής Δεξιάς, εξυπηρετώντας τελικά τα συμφέροντα του ευρωατλαντισμού.

Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) και Τρομοκρατική Οργάνωση Φασιστών Αεκτζήδων (ΤΟΦΑ): Η Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ) δημιουργήθηκε από μέλη της ομάδας Νέων Εθνικοσοσιαλιστών, στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Οι «Νοπίτες» έδρασαν κυρίως μεταξύ των φανατικών οπαδών της ποδοσφαιρικής ομάδας του Παναθηναϊκού και ειδικά μεταξύ των μελών της «Θύρας 13» του γηπέδου του Παναθηναϊκού. Λόγω των βίαιων επεισοδίων που προκαλούσαν οι «Νοπίτες», επιβλήθηκαν πολλές φορές ποινές στον Παναθηναϊκό, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια του τότε προέδρου του Παναθηναϊκού, Γ. Βαρδινογιάννη. Σε συνεργασία με τον Γ. Βαρδινογιάννη, ο αστυνομικός διευθυντής Μ. Μποσινάκης διέλυσε τη ΝΟΠΟ, έγιναν πολλές συλλήψεις και κατ’ οίκον έρευνες, κι έτσι η εξτρεμιστική δράση των «Νοπιτών» σταμάτησε. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ιδρυτικός και καθοδηγητικός πυρήνας της ΝΟΠΟ δεν συνελήφθη ποτέ.

    Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η ΝΟΠΟ βρήκε μιμητές μεταξύ των οπαδών της ποδοσφαιρικής ομάδας ΑΕΚ. Συγκεκριμένα, μερικοί οπαδοί της ΑΕΚ οι οποίοι ιδεολογικά ανήκαν στην ΕΝΕΠ δημιούργησαν στην Παλαιά Κοκκινιά και στον Πειραιά την εξτρεμιστική ομάδα Τρομοκρατική Οργάνωση Φασιστών Αεκτζήδων (ΤΟΦΑ). Σταδιακά, η ΤΟΦΑ αναπτύχθηκε και στην περιοχή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, προτού δημιουργηθούν εκεί τα γραφεία της «original». Όμως η ΤΟΦΑ ποτέ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει τόσο μεγάλη επιρροή και δύναμη μεταξύ των οπαδών της ΑΕΚ όσο κατόρθωσε να αποκτήσει η ΝΟΠΟ μεταξύ των οπαδών του Παναθηναϊκού.

Σκίνχεντ (Skinheads): Σκίνχεντ (Skinhead) σημαίνει ‘κουρεμένο κεφάλι’. Οι σκίνχεντ ήταν λαϊκό εξτρεμιστικό κίνημα, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξαν επιγέννημα πολιτικών διεργασιών. Οι πρώτοι σκίνχεντ, με τα χαρακτηριστικά κουρεμένα κεφάλια τους, και συχνά με άρβυλα και τατού, εμφανίστηκαν στην Ελλάδα το 1979, αλλά μαζικότητα αυτό το κίνημα απέκτησε το 1982-1983. Επικεφαλής αυτού του κινήματος ήταν ο περιβόητος σκίνχεντ Ανδρέας (Ρούλης), οπαδός του επαναστατικού εθνικισμού, καταγόμενος από φτωχή οικογένεια του Μενιδίου.

    Στέκι των σκίνχεντ ήταν το μπαρ «Ριμπάουντ» στην Πλατεία Αμερικής, το οποίο έπαιζε αποκλειστικά μουσική Oi (ένα ρεύμα της πανκ ροκ μουσικής που γεννήθηκε μεταξύ της εργατικής τάξης της δεκαετίας του 1970 στο Ηνωμένο Βασίλειο). Αγαπημένο συγκρότημα των Ελλήνων σκίνχεντ ήταν το «Screwdriver».

    Οι Έλληνες σκίνχεντ συνεργάστηκαν πολιτικά με τη Νεολαία της ΕΠΕΝ υπό την προεδρία του Μάκη Βορίδη. Μετά από το 1988-1989, οι παραδοσιακοί Έλληνες σκίνχεντ οδηγήθηκαν σε παρακμή και σταδιακά εξαφανίστηκαν.

Νέοι Εθνικοσοσιαλιστές: Η οργάνωση Νέοι Εθνικοσοσιαλιστές –μέλη της οποίας, όπως προανέφερα, ίδρυσαν τη ΝΟΠΟ– ιδρύθηκε στον Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι ιδρυτές των Νέων Εθνικοσοσιαλιστών ήταν δυσαρεστημένα μέλη μιας άλλης φασιστικής οργάνωσης, της ΦΕΠ, στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.

    Αρχικά αυτή η οργάνωση ονομαζόταν Αντικομμουνιστική Οργάνωση Νέων Πειραιώς (ΑΟΝΠ), αλλά σύντομα έδειξαν την ακριβή ιδεολογική τους ταυτότητα, δηλαδή τον ναζισμό, και επέλεξαν το όνομα Νέοι Εθνικοσοσιαλιστές. Συνέπραξαν και συμπαρατάχθηκαν με τον φυλακισμένο φασίστα Αριστοτέλη Καλέντζη, στη δράση του οποίου θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ωστόσο, η δράση της οργάνωσης Νέοι Εθνικοσοσιαλιστές δεν υπερέβη τα όρια του Πειραιά. Αυτό όμως που έκανε τους Νέους Εθνικοσοσιαλιστές γνωστούς πανελλαδικά ήταν το γεγονός ότι δημιούργησαν την πρώτη ένωση ποδοσφαιρικών οπαδών με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό, δηλαδή τη Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ).

ΦΕΠ-Ελληνικό Αύριο: Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, εμφανίστηκε μια νέα φασιστική οργάνωση, η Φοιτητική Εθνική Πρωτοβουλία (ΦΕΠ). Η μήτρα από την οποία προήλθε η ΦΕΠ ήταν η φασιστική οργάνωση 4η Αυγούστου, την οποία, όπως προανέφερα, είχε ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, και η οποία είχε αναστείλει τη λειτουργία της στην εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας. Η αποστολή της ΦΕΠ ήταν η πολιτική έκφραση του εθνικοσοσιαλισμού προσαρμοσμένου στα ελληνικά δεδομένα.

    Ένα ρητορικό τέχνασμα που προέβαλλαν συχνά πολλά μέλη της ΦΕΠ και ο ίδιος ο Πλεύρης ήταν ότι αποτελούσαν ελληνική εκδοχή του εθνικοσοσιαλισμού, διακριτή από τον γερμανικό ναζισμό και τον ιταλικό φασισμό. Αυτόν τον ισχυρισμό τον στήριζαν στο ότι ο ναζισμός ήταν γερμανικό φαινόμενο και γερμανική λέξη, ο φασισμός ήταν ιταλικό φαινόμενο και ιταλική λέξη, ενώ ο δικός τους εθνικοσοσιαλισμός ήταν ελληνικής κοπής. Αυτός ο ισχυρισμός είναι κατ’ ουσίαν ένα λογοπαίγνιο, με σκοπό να παραπλανήσει ανθρώπους που αγνοούν την πολιτική θεωρία και την ιστορία των πολιτικών ιδεολογιών.

    Το γεγονός ότι το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι είναι ιταλικό φαινόμενο δεν σημαίνει ότι η φασιστική πολιτική θεωρία είναι ιταλικό φαινόμενο. Ομοίως, το γεγονός ότι το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ είναι γερμανικό φαινόμενο δεν σημαίνει ότι η εθνικοσοσιαλιστική πολιτική θεωρία είναι γερμανικό φαινόμενο. Οι ΦΕΠίτες και ο Κ. Πλεύρης σκοπίμως συγχέουν την έννοια της πολιτικής θεωρίας με την έννοια του πολιτικού κόμματος, ώστε έτσι να θεμελιώσουν τον ψευδή ισχυρισμό ότι ο δικός τους εθνικοσοσιαλισμός είναι ελληνογενής και άρα διαφορετικός από τις αλλοδαπές μορφές εθνικοσοσιαλισμού. Τα φασιστικά και τα εθνικοσοσιαλιστικά κόμματα, ως εθνικοί πολιτικοί θεσμοί, μπορεί να έχουν εθνική πατρίδα. Η ιδεολογία του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού όμως είναι ζήτημα αμιγώς εννοιολογικό-θεωρητικό και όχι εθνικός θεσμός. Άρα, το αν θα υποστηρίξει κάποιος τον φασισμό είτε τον εθνικοσοσιαλισμό δεν έχει σχέση με την εθνικότητά του.

    Πηγή πολιτικής έμπνευσης της ΦΕΠ ήταν το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά. Ιδεολογικός πυρήνας της ΦΕΠ ήταν το επίσημο περιοδικό της, που ονομαζόταν Ελληνικό Αύριο και εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο του φασιστικού και εξτρεμιστικού εθνικιστικού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα, το περιοδικό Ελληνικό Αύριο ήταν ο κύριος ανταγωνιστής του περιοδικού Κίνημα, που, όπως προανέφερα, εξέδιδε η ομάδα Δεδνδρινού στην Αθήνα.

    Η ΦΕΠ αναπτύχθηκε στην Αθήνα, στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Εξέδωσε διάφορα έντυπα, και κορυφαία στιγμή στην ιστορία της πολιτικής δράσης της ήταν η πραγματοποίηση μεγάλης συγκέντρωσης στα Προπύλαια της Αθήνας, το 1981, για την επέτειο μνήμης 25 ετών από θάνατο του Γρηγορίου Αυξεντίου, μαχητή και ηγετικού στελέχους της κυπριακής εθνικοαπελευθερωτικής οργάνωσης ΕΟΚΑ, ο οποίος σκοτώθηκε από Άγγλους στρατιώτες σε μάχη το 1957.

    Η ΦΕΠ συγκρουόταν συχνά με άλλες οργανώσεις του τότε πολύδιασπασμένου φασιστικού και εξτρεμιστικού εθνικιστικού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα. Βασικό αντικείμενο εκείνων των αντιπαραθέσεων ήταν η σύγκρουση μεταξύ του Κωνσταντίνου Πλεύρη και του Αριστοτέλη Καλέντζη. Ξαφνικά, στη δεκαετία του 1980, η ΦΕΠ έπαψε να δρα.

    Μεταξύ των μελών της, περιλαμβάνονταν διάφορα πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, συνδικαλιστές, στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κ.λπ. Ένας από τους σημαντικότερους συμπαραστάτες της ΦΕΠ ήταν ο Παύλος Μελλάς, εγγονός του γνωστού Μακεδονομάχου Παύλου Μελλά. Επίσης, ιδιαίτερα δραστήριο στέλεχος της ΦΕΠ ήταν ο Κωνσταντίνος Κιλτίδης, μετέπειτα βουλευτής Κιλκίς με τα κόμματα Νέα Δημοκρατία, ΛΑΟΣ και Δημοκρατική Συμμαχία, στα οποία εντάχθηκε σε διαφορετικές φάσεις της πολιτικής σταδιοδρομίας του. Οι παλαιοί ΦΕΠίτες διατήρησαν άτυπους δεσμούς μεταξύ τους και μετά από τη διακοπή της δημόσιας δράσης της ΦΕΠ.

Οπαδοί του Αριστοτέλη Καλέντζη: Στις 24 Φεβρουαρίου 1977, συνελήφθη ο χειριστής αεροσκαφών Αριστοτέλης Καλέντζης, διακεκριμένο μέλος του ελληνικού φασιστικού πολιτικού χώρου. Στις 8 Νοεμβρίου 1977, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών, επειδή κρίθηκε ένοχος για βομβιστικές δραστηριότητες.

    Στις 11 Μαρτίου 1978, μια ισχυρή έκρηξη συγκλονίζει τον κινηματογράφο ΕΛΛΗ στην οδό Ακαδημίας, στο κέντρο της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της προβολής της σοβιετικής ταινίας «Ουράνιο Τόξο». Υπήρξαν 18 τραυματίες. Τρεις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου, περίπου στις 9 το βράδυ, μια ωρολογιακή βόμβα εκρήγνυται στον κινηματογράφο ΡΕΞ στην οδό Πανεπιστημίου, στο κέντρο της Αθήνας. Σε αυτήν τη βομβιστική ενέργεια, υπήρξαν 15 τραυματίες. Τελικά, στα τέλη Ιουλίου 1978, συλλαμβάνεται μια ομάδα εξτρεμιστών εθνικιστών-ακροδεξιών ως υπεύθυνη εκείνων των βομβιστικών επιθέσεων. Μεταξύ των συλληφθέντων, ήταν ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος, έφεδρος αξιωματικός την εποχή εκείνη, και μετέπειτα αρχηγός του κόμματος Χρυσή Αυγή. Λίγες ημέρες αργότερα, στην προαναφερθείσα ομάδα κατηγορουμένων προστέθηκε ο Αριστοτέλης Καλέντζης, ο οποίος ήταν ήδη φυλακισμένος για άλλες βομβιστικές δραστηριότητες.

    Τόσο μέσα όσο και έξω από τη φυλακή ο Καλέντζης ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο. Στο λογοτεχνικό του σύγγραμμα με τίτλο Σε Εσένα, ο Καλέντζης τοποθετεί ιδεολογικά τον εαυτό του στην «κοσμοθεωρία της Λευκής Ομοφυλίας» και παραπέμπει συχνά σε κείμενα του Χίτλερ, του Γκέμπελς και του Έκαρτ Ντίτριχ (Eckart Dietrich), ο οποίος ήταν σημαντικός φίλος του Χίτλερ, μέλος της αποκρυφιστικής και εθνικιστικής Εταιρείας της Θούλης και συντάκτης της επίσημης εφημερίδας του Ναζιστικού Κόμματος, Λαϊκός Παρατηρητής.

    Ο Καλέντζης γράφει ποίηση σε ύφος ηρωικό, με αναφορές στην αρχαία Ελλάδα ερμηνευμένη υπό το πρίσμα του εθνικοσοσιαλισμού. Αφιερώνει την ηρωική ποίησή του στους στους «εθνικιστές συντρόφους της Βαυαρίας» και στους «φυλακισμούς Ιταλούς συντρόφους της Όρντινε Νουόβο». Επίσης, γράφει εμβατήρια στα οποία θρηνεί για την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας: «Τεύτονες, μεγαλώνυμοι, δεν κύρτωσαν κι ας κλάψαν όταν ο Ηγέτης έπεσε κι εσίγησε ο Ζιγκφρίδος Τα δάχτυλα δεν ξέφυγαν καθόλου απ' τις σκανδάλες Μα Πίστη ορκιστήκανε στον Επερχόμενο Ανδρα».

    Ο Καλέντζης αντιμετωπίζει τη νεοελληνική δημοκρατία με ειρωνική διάθεση γράφοντας μια έμμετρη παρωδία του γνωστού ποιήματος του Νόβα, με αφιέρωση στους «300 της ουλής των Ελλήνων»: «Τα στήθια σου τα γάλατα γαργάλαγαν, γαργάλαγαν, γύρω απ’ το Κολωνάκι Και τα δικά μας άρμεγαν σαν νάταν αγελαδινά με μπρίο και μεράκι Απ’ το Λαό το μάζωχναν, με χέρια φουρναρόξυλα, τα’ άοσμο παραδάκι Κι οι οπαδοί τους δέρνονταν στ’ άχαρα πεζοδρόμια μπλεγμένοι στη φενάκη».

    Στα βιβλία του Δημοκρατία ’80, Κάτεργο,  και Η Μαύρη Βίβλος του Κώστα Πλεύρη, ο Καλέντζης αποκαλύπτει ένα πολύ ενδιαφέρον παρασκήνιο για τα «συγκοινωνούντα δοχεία» φασιστικών οργανώσεων και ΚΥΠ, κατηγορώντας μάλιστα τον Κωνσταντίνο Πλεύρη και τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο ως καταδότες του που έδρασαν στο πλαίσιο συνεργασίας τους με την ΚΥΠ για τη χειραγώγηση του εθνικιστικού πολιτικού χώρου. Με άλλα λόγια, ο Καλέντζης επισημαίνει και καταγγέλλει ότι πολλά μέλη του φασιστικού/εθνικοσοσιαλιστικού/εθνικιστικού χώρου στην Ελλάδα δρουν παρακρατικά, ως συνεργάτες μυστικών υπηρεσιών (στο πλαίσιο λ.χ. του δικτύου «Stay Behind»), και όχι ως ειλικρινείς κινηματίες.

   Ο Καλέντζης, παγίως αρνούνταν τη συμμετοχή του στις βομβιστικές επιθέσεις για τις οποίες κατηγορήθηκε, και κατηγορεί τον Κ. Πλεύρη ως οργανωτή και εκτελεστή συνομωσίας εναντίον του και εναντίον των υπολοίπων συλληφθέντων. Ο Καλέντζης δημοσίευσε σημαντικά ντοκουμέντα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται αντίγραφο μιας κατάθεσης του Κ. Πλεύρη στον ανακριτή  Δ. Γυφτάκη, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1977, στην οποία ο Πλεύρης φαίνεται να ‘καρφώνει’ τον Α. Καλέντζη, τον Ν. Μιχαλολιάκο και άλλους τέσσερεις εξτρεμιστές εθνικιστές, ως συμμετέχοντες σε “εκνόμους ενεργείας”.

    Στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Παρακρατικοί Χαφιέδες: Η Τελευταία «Εφεδρεία» της Δημοκρατίας, ο Καλέντζης γράφει, μεταξύ άλλων, κατά λέξη, τα εξής: «οι Εθνικιστές όμως (και για λόγους στρατηγικούς) όχι μόνο δεν κατεδίωξαν τους κατάφτυστους χαφιέδες πούχε σπείρει ο αντίπαλος ανάμεσά τους, αλλά και τους παρεχώρησαν “διακεκριμένες θέσεις”, ώστε να ελέγχουν όλο και καλύτερα κάθε “κίνησή” τους […] Σαν παράδειγμα εύγλωττο έχουμε τον χαζοχαφιέ της Κ.Υ.Π. ΚΩΣΤΑ ΠΛΕΥΡΗ, τον οποίο λέω χαζοχαφιέ, γιατί ήταν ένας απ’ τους λίγους (σεσημασμένους από παλιά) χαφιέδες της Κ.Υ.Π., ο οποίος είχε την απερίγραπτη βλακεία να μην αρκεστεί στο χαφιεδίστικο ρόλο που (με την ανοχή των Εθνικιστών) από πολλά χρόνια έπαιζε μέσα στην Εθνικιστική Παράταξη, σαν…αρχηγός του κόμματος της 4ης Αυγούστου, αλλά ξεγελάστηκε να παραδώσει στις κρατικές υπηρεσίες ενυπόγραφη απ’ τον ίδιο λίστα ατόμων, στην οποία “κάρφωνε” ονομαστικά Ελληνόπουλα-Εθνικιστές […] χαλκεύοντάς τους συκοφαντίες και ζητώντας (πλάγια) απ’ τα καταχθόνια αφεντικά του τις κεφαλές των νέων αυτών “επί πίνακι”. […] Μάλιστα, στις 19 Μαρτίου 1977, ο αργυρώνητος απατεωνίσκος ΠΛΕΥΡΗΣ τόλμησε να δώση (στη 1 το μεσημέρι) ένορκη κατάθεση (σε ποιον άλλο!) στον ανακριτή Δ. ΓΥΦΤΑΚΗ, μέσα στην οποία επαναλαμβάνει τη χαφιεδίστικη δραστηριότητά του σε βάρος των Ελλήνων Εθνικιστών και αντίγραφο της οποίας έπεσε στα χέρια μου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά· στα χέρια μου έπεσε και πολυσέλιδο αντίγραφο υπομνήματος του ΚΩΣΤΑ ΠΛΕΥΡΗ προς τον ανακριτή Δ. ΓΥΦΤΑΚΗ (!!!) στο οποίο πανηγυρικά επισημαίνει το χαφιεδίστικο ρόλο του μέσα στην Ελληνική Εθνικιστική Παράταξη, καρφώνοντας κι άλλα ονόματα νεαρών Εθνικιστών […] Ο ΠΛΕΥΡΗΣ, συν τοις άλλοις, ανέλαβε και το έργο της παραπειστικής παγιδεύσεως των Εθνικιστών πολιτικών κρατουμένων, μέσα στις καραμανλικές φυλακές. Έτσι στις 10 Μαρτίου 1977 (όταν βασανιζόμουν απάνθρωπα στην απομόνωση της φυλακής Κορυδαλλού […]) τελείως άξαφνα ξεκλείδωσε την πόρτα μου ο αρχιδεσμοφύλακας και μου είπε ότι αν θέλω, να ετοιμαστώ για να συναντήσω έναν δικηγόρο, του οποίου το όνομα δεν μου αποκάλυψε […] ετοιμάστηκα και λίγο μετά, έκπληκτος συνάντησα τον…ΚΩΣΤΑ ΠΛΕΥΡΗ να με περιμένη στρογγυλοκαθισμένος σε μια καρέκλα του αρχιφυλακείου (παρακαλώ!!!) ολομόναχος (χωρίς παρόντα δεσμοφύλακα) […] Το σκηνικό, αμέσως μου έδωσε και καταλάβω, ότι βρισκόμουν σε παγίδα…Άφησα τον ΠΛΕΥΡΗ ν’ αρχίση να μιλάη και τον παρακολουθούσα να υποκρίνεται – σαν την όχεντρα – το “συμπαραστάτη” του διωγμού μου και τον “αλτρουιστή φίλο μου” […] μου είπε: “ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, αναγνωρίζω τις προσπάθειές σου αλλά τώρα που βρίσκεσαι στη φυλακή θα πρέπει να μου πεις τους συναγωνιστές σου για να έρθω σ’ επαφή μαζί τους και να συνεχίσουμε τον αγώνα!” […] του είπα: “Κύριε ΠΛΕΥΡΗ, οι Συναγωνιστές μου είναι όλοι οι τίμιοι Πατριώτες του τόπου μας που –και χωρίς εσάς– συνεχίζουν να αγωνίζονται για τους βωμούς και τις Εστίες τους· αν θέλετε λοιπόν και σεις κάντε το δικό σας αγώνα, ακολουθώντας το παράδειγμά τους.” […] Από την “επίσκεψη” εκείνη του ΠΛΕΥΡΗ πέρασαν δυόμιση χρόνια, ώσπου στις 8 Δεκεμβρίου 1979, στην αθηναϊκή εφημερίδα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», διάβασα ένα απόσπασμα από το προσωπικό ημερολόγιο του τέως (γιατί ήδη είχε πάρει σύνταξη) διευθυντή της φυλακής Κορυδαλλού ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, μέσα στο οποίο αναφέρονταν η “επίσκεψη” εκείνη του ΠΛΕΥΡΗ σε μένα, της 10ης Μαρτίου 1977, σαν εφαρμογή σχεδίου που επινόησε η ίδια η Κ.Υ.Π. για να με παγιδεύση» (βλ. Καλέντζης, 2012, σελ. 109-111).

«Έκθεσις Ενόρκου Εξετάσεως Μάρτυρος» με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1977, στην οποία ο Κωνσταντίνος Πλεύρης καταθέτει στον ανακριτή Δημήτριο Γυφτάκη του 1ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών περί της παράνομης δράσης Ελλήνων εθνικιστών (το πλήρες αρχείο δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Α. Καλέντζη υπό τον τίτλο Η Μαύρη Βίβλος του Κώστα Πλεύρη).

    Οι αποκαλύψεις του Καλέντζη για την παρακρατική δράση Ελλήνων φασιστών/εθνικοσοσιαλιστών προκάλεσε έντονες συγκρούσεις στο εσωτερικό του ελληνικού φασιστικού/εθνικοσοσιαλιστικού πολιτικού χώρου. Μάλιστα, ο Κ. Πλεύρης υπέβαλε μήνυση στον Καλέντζη για τη χρήση προσβλητικών εκφράσεων σε βάρος του. Ωστόσο, ο Πλεύρης δεν αρνήθηκε το ουσιαστικό περιεχόμενο των κατηγοριών που ο Καλέντζης διατύπωσε σε βάρος του. Τόσο εντός όσο και εκτός των δικαστικών αιθουσών, η Φοιτητική Εθνική Πρωτοβουλία, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, υπεράσπιζε τον Πλεύρη, ενώ πληθώρα άλλων μελών του ελληνικού φασιστικού/εθνικοσοσιαλιστικού πολιτικού χώρου, από διάφορες οργανώσεις, υποστήριζαν τον Καλέντζη. Μεταξύ των μελών της Φοιτητικής Εθνικής Πρωτοβουλίας που υπερασπίστηκαν τον Πλεύρη με ιδιαίτερη θέρμη ήταν και ο μετέπειτα βουλευτής Κώστας Κιλτίδης.

    Σταδιακά, όμως, το ρεύμα των οπαδών του Καλέντζη ατόνησε, και, μετά από την αποφυλάκισή του, το 1989, ο ίδιος ο Καλέντζης δεν έδειξε ενδιαφέρον για την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών. Εργάστηκε για κάποια χρονικά διαστήματα στην επιχείρηση ενός παλαιού «χίτη» και ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα, ενώ αργότερα εγκατέλειψε και αυτές τις δραστηριότητες για να ασχοληθεί με την έφιππη τοξοβολία.

Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή: Όπως προανέφερα, μεταξύ των συγκατηγορουμένων του Καλέντζη για βομβιστικές επιθέσεις ήταν και ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος. Η περίπτωση του Ν. Μιχαλολιάκου δείχνει επίσης την παρακρατική διάσταση του ελληνικού φασιστικού/εθνικοσοσιαλιστικού πολιτικού χώρου. Ενώ, αρχικά, οι 10 κατηγορούμενοι παραπέμπονται στον ανακριτή για παράβαση του νόμου «περί καταστολής της τρομοκρατίας και προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος», σε βαθμό κακουργήματος, ο Μιχαλολιάκος και άλλοι δύο εκ των συγκατηγορουμένων του Καλέντζη παραπέμπονται, με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, στο πενταμελές εφετείο για παράβαση του νόμου «περί όπλων και εκρηκτικών υλών», δηλαδή για πλημμέλημα.

    Ο Χάρης Κουσουμβρής, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος (και πρώην ταμίας) της Χρυσής Αυγής (μέχρι το 2002), στο βιβλίο του με τίτλο Γκρεμίζοντας τον Μύθο της Χρυσής Αυγής, αναφέρεται στην ίδια περίοδο και στην περίεργη συμπεριφορά του κράτους απέναντι στον Μιχαλολιάκο, γράφοντας τα εξής: «Ο Αριστοτέλης Καλέντζης που δεν συνεργάστηκε με τις ανακριτικές αρχές καταδικάστηκε σε κάθειρξη, ενώ οι λοιποί που συνεργάστηκαν την γλίτωσαν με την μικρότερη των ποινών. […] Στην ανάκριση του απαγγέλλονται κατηγορίες για 11 κακουργήματα, από τα οποία τα μισά σχεδόν όπως ισχυρίζεται, προέβλεπαν την ποινή των ισόβιων δεσμών. Στην δίκη που ακολουθεί του επιβάλλεται ποινή 13 μηνών (στο Εφετείο 11)! Πού αποδίδονται αυτές οι ποινές; Είναι άξιο απορίας. Βοά ο κόσμος για έλεγχο της κρατικής εξουσίας στον εθνικιστικό χώρο. Αδίκως;» (βλ. Κουσουμβρής, 2004, σελ. 129 κ.εξ.).

    Επίσης, στο προαναφερθέν βιβλίο του, ο Κουσουμβρής γράφει για τη σχέση μεταξύ Κ. Πλεύρη και Ν. Μιχαλολιάκου: «Το καλοκαίρι του ’99 μας βρίσκει να ‘φτύνουμε αίμα’ για τις Ευρωεκλογές […] Με ποιον όμως συνεργαστήκαμε προεκλογικά; Με αυτόν που έδωσε τα ονόματα πολλών εθνικιστών στην Γενική Ασφάλεια, με αποτέλεσμα τον εγκλεισμό τους στα κάτεργα για πολλά χρόνια επί Νέας Δημοκρατίας. Αυτόν που ο δικός μας “αρχηγός” δεν δίσταζε να τον αποκαλεί κολακευτικά μπροστά μας “Αρχηγό”, ενώ πριν και μετά την συνεργασία τον αποκαλούσε “συνεργάτη του συστήματος” […] Το 1999 η Χρυσή Αυγή συνεργάζεται πολιτικά με την Πρώτη Γραμμή του Κ. Πλεύρη. Ο “αρχηγός” προ και μετά την συνεργασία αυτή μας μιλούσε διαρκώς για τον “βρώμικο” ρόλο του Κ. Πλεύρη στις διώξεις εθνικιστών από το Καραμανλικό καθεστώς του ‘78» (βλ. Κουσουμβρής, 2004, σελ. 43-44, 118). Αναφέρεται στον Κωνσταντίνο Πλεύρη, για τον οποίο αμέσως παρακάτω γράφει και τα εξής: «Ήμουν μάρτυρας –όχι μόνο εγώ αλλά και πολλοί άλλοι, όταν ο ίδιος ο “αρχηγός” μας είχε στείλει να συνοδεύσουμε σε εκδήλωση της ΟΝΝΕΔ Βύρωνος τον Κ. Πλεύρη, όπου τον είχε καλεσμένο ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Τομπούλογλου» (βλ. Κουσουμβρής, 2004, σελ. 44).

    Ο Κουσουμβρής, στο προαναφερθέν βιβλίο του, παραθέτει φωτοτυπίες μαρτυρικών καταθέσεων του Μιχαλολιάκου όπου φαίνεται ότι και αυτός, όπως ο Πλεύρης προηγουμένως, ‘κάρφωσε’ συναγωνιστές του στην Ασφάλεια. Ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος, αφού με τη σύντομη φυλάκισή του ‘καθάρισε’ με την υπόθεση των βομβών, ίδρυσε, το 1980, την οργάνωση Λαϊκός Σύνδεσμος, που εκδίδει το περιοδικό Χρυσή Αυγή.  Έτσι, ξεκίνησε μια νέα πολιτική πορεία που τον οδήγησε, ως αρχηγό πλέον, του κόμματος Λαϊκός Σύνδεσμός-Χρυσή Αυγή στα έδρανα της Βουλής των Ελλήνων.

    Το 1980, κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού Χρυσή Αυγή από το τυπογραφείο του Σαξώνη. Εκδότης αυτού του περιοδικού ήταν ο Ν. Μιχαλολιάκος. Η αρχική του συντακτική ομάδα αποτελούνταν από ιδεολόγους του εθνικοσοσιαλισμού. Ο Μιχαλολιάκος ήταν ήδη φυσικομαθηματικός, ποιητής, ιδεολόγος του εθνικοσοσιαλισμού και, όπως προανέφερα, είχε διωχθεί από την κυβέρνηση Καραμανλή για την εξτρεμιστική του δραστηριότητα, αν και, υπό το βάρος των διώξεων που ασκήθηκαν σε βάρος του, μετατράπηκε και σε “καρφί” της Ασφάλειας.

    Διαβάζουμε στο περιοδικό Χρυσή Αυγή, τεύχος 8, σελ. 9, για το τι θεωρούν ως ηθικό τους χρέος και για το ποια θεωρούν ως ιδεολογική τους ταυτότητα οι Χρυσαυγίτες: «Χρέος να τιμήσουν τη μνήμη Εκείνου [δηλαδή του Χίτλερ]. Έχουμε ανάγκη  ζωτική να τιμούμε  τους ήρωες, της ιδέας μας [του Εθνικοσοσιαλισμού], έχουμε υποχρέωση απέναντι στην ιστορία να πούμε την αλήθεια και θα την πούμε όσο σκληρό και εάν είναι το τίμημα.. τιμή και το εθνικοσοσιαλιστικό μας καθήκον κραυγάζουμε γεμάτοι πάθος, πίστη στο μέλλον και στα οράματα μας: HEIL HITLER».

Τεύχη του περιοδικού Χρυσή Αυγή που τιμούν τους Γερμανούς Ναζί: αριστερά, είναι το τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2007 (με εξώφυλλο τον Άντολφ Χίτλερ)· δεξιά, είναι το τεύχος Ιουλίου 2006 (με εξώφυλλο τον Ρούντολφ Ες).

     Επίσης, η Χρυσή Αυγή αποτελεί συγχρόνως νέο-παγανιστική, μυστικιστική και εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση. Στο 6ο τεύχος του περιοδικού Χρυσή Αυγή, που εκδόθηκε για τους μήνες Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1982, διαβάζουμε τον Μιχαλολιάκο να αναζητεί τον μυθολογικό τραγόμορφο Πάνα ως πηγή πνευματικής έμπνευσης. Γράφει, λοιπόν, σ’ εκείνο το τεύχος, ο Ν. Μιχαλολιάκος: «Ας επανέλθωμεν όμως εις τον Θάμα και ας αμφιβάλλωμεν εις την διήγησίν του εκφράζοντες την απορίαν: ‘Τέθηκεν Μέγας Παν;’ Η φυλετική ψυχή απαντά ΟΧΙ […] Όσον δι’ αυτούς, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι Έλληνες ελάτρευσαν κάτι το ανύπαρκτον θα είπωμεν: ‘έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν’. […] δεν νομίζω να υπάρχη κανείς, ο οποίος να πιστεύη ότι αποτελή τυχαίον γεγονός αυτή η παράδοσις να υπάρχη εις την Αρκαδία (όπου εθεωρήτο εντόπιος Θεός), καθώς επίσης και να θεωρήται συμπτωματικόν το ότι κατ’ εξοχήν εμφανίζεται εις τους ‘τσοπάνηδες’ (ήταν Ποιμενικός Θεός) […] Αναγέννησις του Ελληνισμού σημαίνει Επιστροφή εις τα Πρότυπα εκείνα των Ολυμπίων Θεών, με τα οποία οι πρόγονοί μας εμεγαλούργησαν».

    Στο ίδιο τεύχος του, Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1982, το περιοδικό Χρυσή Αυγή στρέφεται ευθέως εναντίον του Χριστιανισμού ως εξής: «Εις τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού ως γνωστόν έλαβεν χώρα μια αδυσώπητος μάχη μεταξύ του Ελληνικού Πνεύματος και της Νέας Θρησκείας […] Εις την μάχην αυτήν πρωτεύοντα ρόλον έπαιξε ο Αυτοκράτωρ Ιουλιανός, ο οποίος προσεπάθησε να σταματήση το ρεύμα της Χριστιανικής παρακμής και να αναστήση τους ωραίους Θεούς των Ελλήνων».

    Με την προαναφερθείσα θέση της, η οργάνωση Χρυσή Αυγή προβαίνει, κατ’ αρχάς, σε διαστρέβλωση της ιστορίας, εφόσον αυτό το οποίο φοβούνταν και καταπολεμούσαν οι πρώτοι Εκκλησιαστικοί Πατέρες δεν ήταν ο Ελληνισμός καθαυτός αλλά η χρήση της ελληνικής φιλοσοφίας από τους παγανιστές και τους Γνωστικούς, ως πνευματικό όπλο, για να ρίξουν τον Χριστιανισμό μέσα στη χοάνη του διαθρησκειακού συγκρητισμού.

    Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο παγανιστικός κόσμος δεν απέρριπτε ευθέως τον Χριστιανισμό, αλλά τον προσελάμβανε μέσω της συγκρητιστικής αντίληψης του Γνωστικισμού. Ο Γνωστικισμός πίστευε ότι όλες οι θρησκείες είναι εξ ίσου αληθείς, υπό την έννοια ότι όλες είναι μύθοι που συμβολίζουν την ίδια έσχατη αλήθεια. Με αυτό το πνεύμα, για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος είχε στο ιδιωτικό του ναό αγάλματα του Αβραάμ, του Ορφέα, του Ιησού και του Απολλωνίου Τυανέως, και ο Μάνης, ιδρυτής της γνωστικής σχολής του «Μανιχαϊσμού», θεωρούσε ως προφήτες του τον Βούδδα, τον Ζωροάστρη και τον Ιησού. Αυτή τη φιλοσοφία και τα ερείσματά της στην κλασσική ελληνική παιδεία αισθάνθηκαν ως άμεσο κίνδυνο οι πρώτοι Χριστιανοί, εφόσον η κατ’ εξοχήν ιδιαιτερότητα του Χριστιανισμού έγκειται στο γεγονός ότι οι Χριστιανοί ερμηνεύουν τον Χριστό, όχι ως προφήτη που ομιλεί περί του Θεού, ούτε ως διδάσκαλο του ηθικού νόμου, αλλά ως το αρχέτυπο της ένωσης του πληρώματος της θεότητας με το πλήρωμα της ανθρωπότητας.

    Ωστόσο, οι Έλληνες Εκκλησιαστικοί Πατέρες, ακόμη και στη δύσκολη πρωτοχριστιανική περίοδο, τότε δηλαδή που επικρατούσε μεγάλη θεολογική σύγχυση, δεν κήρυξαν αδιάκριτο και γενικό πολιτιστικό πόλεμο εναντίον του Ελληνισμού. Τουναντίον, τίμησαν την ελληνική φιλοσοφική παιδεία, φροντίζοντας απλώς να την αποσπάσουν από τα χέρια των παγανιστών και των Γνωστικών.

    Ο άγιος Ιουστίνος, φιλόσοφος και μάρτυρας του 2ου αιώνα μ.Χ., δηλώνει κατηγορηματικώς: «Είναι πράγματι η φιλοσοφία μεγίστη περιουσία και τιμιωτάτη ενώπιον του Θεού, προς τον Οποίο μας οδηγεί και μας συνιστά, και αληθινά όσιοι είναι αυτοί που αφοσιώθηκαν στη φιλοσοφία» (Διάλογος Προς Τρύφωνα, 2, 1). Επίσης, ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (πέθανε περίπου το 215 μ.Χ.), επικεφαλής της κατηχητικής σχολής της Αλεξάνδρειας, υποστηρίζει τα εξής: «Διότι ο ίδιος Θεός χορήγησε και τις δύο Διαθήκες, ο ίδιος έδωσε την ελληνική φιλοσοφία στους Έλληνες, δια της οποίας ο παντοκράτωρ δοξάζεται απ’ αυτούς […] Επειδή, όπως για να σώσει τους Ιουδαίους θέλησε ο Θεός και τους έδωσε προφήτες, έτσι και από τους Έλληνες ύψωσε προφήτες τους καλύτερους στον λόγο» (Στρωματείς, IV).

    Πέρα όμως από διαστρέβλωση της ιστορίας, οι νεοπαγανιστικές θέσεις της Χρυσής Αυγής μπορούν να θεωρηθούν ως υπονομευτική ενέργεια σε βάρος του νεοελληνικού έθνους-κράτους, έστω κι αν η Χρυσή Αυγή παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος του ελληνικού εθνικισμού. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η πολιτιστική ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού θεμελιώθηκε στη σύνθεση του Χριστιανισμού και της κλασσικής ελληνικής παιδείας, η θέση της Χρυσής Αυγής περί ριζικής διαφοράς και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού ισοδυναμεί με προσπάθεια αποδόμησης της πολιτιστικής ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού καθώς και με απόπειρα πρόκλησης πολιτιστικού (πιθανόν και άλλου) εμφυλίου πολέμου εντός του συγχρόνου Ελληνικού Κράτους.

    Επίσης, η Χρυσή Αυγή εμπνέεται από εωσφορικά ιδεώδη. Συγκεκριμένα, το περιοδικό Αντεπίθεση της Νεολαίας της Χρυσής Αυγής έγραφε στο τεύχος του της 5 Ιανουαρίου 2000: «Ο Εωσφόρος που τολμά να υψωθεί μπροστά στη ‘Θεϊκή Δύναμη’ να αντισταθεί στη γαλήνη, την ηρεμία, την ειρήνη, την ταπεινοφροσύνη. Δεν χωρά στα σύνορα του Παραδείσου. […] Ο Ανίκητος Ήλιος! Ο Εωσφόρος! Τίθεται εκτός Παραδείσου. Δεν γίνεται, δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά. […] Από τους ίδιους με αυτόν Κολασμένους. Οι ανά τον κόσμο δούλοι, υποταγμένοι θα τον πουν Διάβολο, Σατανά και αυτός θα γελά, θα καγχάζει. Μόνος του. Με τους συντρόφους του. Με τους συμπολεμιστές του. Ο Εωσφόρος. Αυτός που φέρνει το Λευκό Φως, την Αυγή κάθε χιλιετία». Ενώ για τον Χριστιανισμό, ο Εωσφόρος-Σατανάς είναι το αρχέτυπο της υπαρξιακής αποτυχίας, σε αντιδιαστολή προς τον Χριστό ως αρχέτυπο της υπαρξιακής επιτυχίας-τελειότητας, η Χρυσή Αυγή ερμηνεύει τον Εωσφόρο-Σατανά ως παράδειγμα νιτσεϊκής αυθυπέρβασης και δύναμης.

    Τα ανωτέρω σχόλια της Νεολαίας της Χρυσής Αυγής περί του Εωσφόρου συνάδουν με μια γενικότερη, διεθνώς, διασύνδεση ναζιστικών κινημάτων με τον Σατανισμό (βλ. Goodrick-Clarke, 2002). Ένα από τα διεθνώς σημαντικότερα σατανιστικά ναζιστικά τάγματα είναι το Τάγμα των Εννέα Γωνιών (Order of the Nine Angles), το οποίο διαμορφώθηκε στην Αγγλία στη  δεκαετία του 1980 από τη συνένωση διαφόρων νεοπαγανιστικών ομάδων υπό την αιγίδα του ναζιστή ακτιβιστή και σατανιστή Ντέιβιντ Μάιατ (David Myatt) και εξαπλώθηκε σε διάφορες χώρες.

    Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου 2012, το κόμμα Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή κατάφερε να εισέλθει στη Βουλή των Ελλήνων με ποσοστό 6,97% και 21 έδρες. Επίσης, στις εκλογές του Ιουνίου 2012, το κόμμα Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή κατάφερε και πάλι να εισέλθει στη Βουλή των Ελλήνων, με ελαφρά μειωμένο ποσοστό ψήφων ως προς τις προηγούμενες εκλογές, και 18 έδρες.

Εθνικό Μέτωπο: Μια ομάδα της ΕΝΕΠ και της Νεολαίας Προοδευτικών (ΝΕΠ), στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως, δημιούργησε το Εθνικό Μέτωπο το 1985. Η νεολαιίστικη οργάνωση Εθνικό Μέτωπο υπήρξε μια ομάδα ένθερμων οπαδών του πρόωρα αποθανόντος Θεόδωρου Περρωτή, ο οποίος, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, διετέλεσε πρόεδρος της ΕΝΕΠ μετά από τη διάσπαση του 1979 καθώς και της Νεολαίας Προοδευτικών.

    Η ομάδα του Εθνικού Μετώπου είχε αισθανθεί ηθικά προσβεβλημένη όταν ιδρύθηκε η ΕΠΕΝ και δεν ανατέθηκε στην ίδια πρωταγωνιστικός ρόλος στον εθνικιστικό χώρο. Ωστόσο, δεδομένης της πολιτικής κόπωσης του ίδιου του Περρωτή και ακόμη δεδομένου του πρόωρου θανάτου του, τα νεαρότερα μέλη της «ομάδας Περρωτή» δεν κατόρθωσαν να παίξουν ηγετικό ρόλο στον εθνικιστικό χώρο, ο οποίος ήταν  πολυσπαδιασμένος και γεμάτος ίντριγκες και πάθη για εξουσία.

    Κατά το βραχύ χρονικό διάστημα της ύπαρξης και δράσης του, το Εθνικό Μέτωπο στεγάστηκε σ’ ένα μικρό γραφείο κοντά στην Πλατεία Κάνιγγος. Το 1985, Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Μετώπου ανέλαβε ο Εμμανουήλ Κώνστας, ο οποίος στις νομαρχιακές εκλογές του 2006, πολιτεύθηκε με το κόμμα ΛΑΟΣ ως υποψήφιος νομαρχιακός σύμβουλος Αθηνών. Επίσης, μαζί με τον Κώνστα, πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση Εθνικό Μέτωπο έπαιξαν ο δημοσιογράφος Δ. Ράντος και ο Γ. Βεργιάννης.

Εθνική Σταυροφορία: Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, δημιουργήθηκε η φασιστική οργάνωση Εθνική Σταυροφορία από τον Φραγκίσκο Παπαγεωργίου, γνωστότερο ως «Φράνκι». Ο Παπαγεωργίου («Φράνκι») ανέπτυξε σκληρή αντικομμουνιστική δράση και είχε δημιουργήσει πολλά βίαια επεισόδια στους δρόμους της Αθήνας.

    Ο Παπαγεωργίου ήταν ιδιοκτήτης του πορνοκλάμπ «Venus» και είχε καταδικαστεί επανειλημμένα για μαστροπεία και για άρνηση καταβολής δεδουλευμένων προς τις στριπτιζέζ του (βλ. εφημερίδα Ελευθεροτυπία-Ιός, 10 Ιανουαρίου 1993 και 12 Δεκεμβρίου 1993). Ωστόσο, η οργάνωση Εθνική Σταυροφορία υιοθετούσε και προωθούσε πολύ συντηρητικές και αυστηρές θέσεις σε ζητήματα ηθικής και θρησκείας. Τις αξίες της Εθνικής Σταυροφορίας προσπάθησε να συμπυκνώσει ο Παπαγεωργίου σ’ ένα μυθιστορηματικής υφής βιβλίο που έγραψε ο ίδιος υπό τον τίτλο Ahthos Arouris (Άχθος Αρούρις).

    Στην οργάνωση Εθνική Σταυροφορία, συμμετείχαν διάφοροι, φασίστες, εθνικιστές, βασιλόφρονες και Παλαιοημερολογίτες (όπως συνήθως αποκαλούνται τα μέλη των κοινοτήτων των λεγομένων «Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών»), με αποτέλεσμα η ιδεολογία αυτής της οργάνωσης να συνδυάζει τον εξτρεμιστικό εθνικισμό με θρησκευτικές απόψεις παλαιοημερολογιτικών οργανώσεων. Όταν έκλεισαν τα γραφεία της Εθνικής Σταυροφορίας επί της οδού Ασκληπιού, κάποια μέλη αυτής της οργάνωσης προσχώρησαν στο Ελληνορθόδοξο Κίνημα Σωτηρίας (ΕΛΚΙΣ), που είναι μια πολιτικο-θρησκευτική οργάνωση Παλαιοημερολογιτών.

Τετράδια Εθνικού Σοσιαλισμού: Μετά από τη διάσπαση του ΕΝΕΚ, η ομάδα του Ανδρέα Δενδρινού συσπειρώθηκε γύρω από το περιοδικό Κίνημα. Βασικοί υποστηρικτές του εθνικοσοσιαλιστή Δενδρινού ήταν οι εξής: Ψυακής, Μουσταΐρας, Χρήστου, Γεωργίου και Μαυρομάτης. Ένα μέρος της ομάδας Δενδρινού δραστηριοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, δημιούργησαν βιβλιοπωλείο στην οδό Φιλικής Εταιρείας. Μάλιστα, σε κάποια φάση, άνοιξαν και δεύτερο βιβλιοπωλείο. Με επικεφαλής τον Γεώργιο Μουσταΐρα, αυτή η παρέα της ομάδας Δενδρινού στη Θεσσαλονίκη εξέδωσε το περιοδικό Τετράδια Εθνικού Σοσιαλισμού, που ήταν η πρώτη απόπειρα έκδοσης ενός αμιγώς ιδεολογικού εθνικοσοσιαλιστικού περιοδικού. Μετά από λίγο, εκδόθηκε και το περιοδικό Χρυσή Αυγή.

    Στενοί συνεργάτες του Μουσταΐρα ήταν ο Μ. Μαυρομάτης, μετέπειτα πολιτευτής με το κόμμα ΛΑΟΣ, και ο εκδότης Χρήστου. Η συντακτική και εκδοτική ομάδα του περιοδικού Τετράδια Εθνικού Σοσιαλισμού δεν αποπειράθηκε ποτέ να μετασχηματιστεί σε πολιτικό φορέα, αλλά έγινε γνωστή ως η «αριστερή φράξια» του εθνικοσοσιαλιστικού χώρου στην Ελλάδα.

Κόμμα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (ΚΕΜΕ): Το Κόμμα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (ΚΕΜΕ) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ευρωεκλογές του 1981. Ιδρυτής του ήταν ο οικονομολόγος Κωνσταντίνος Θάνος, ο οποίος είχε διατελέσει υποδιοικητής της Τράπεζας Ελλάδος (από τον Ιανουάριο του 1968 έως τον Σεπτέμβριο του 1969) και υφυπουργός συντονισμού και προγραμματισμού στην κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Το ΚΕΜΕ ήταν ο πρώτος πολιτικός φορέας της εθνικιστικής δεξιάς στην Ελλάδα που άρθρωσε πολιτικό λόγο για τη διαμόρφωση μιας εθνικιστικής ελληνικής παρέμβασης στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Με άλλα λόγια, προσπάθησε να αρθρώσει ένα εθνικιστικό μοντέλο πολιτικής οικονομίας προσαρμοσμένο στο δεδομένο της

    Παρά την ισχνή εκλογικά και βραχύβια παρουσία του στον ελληνικό πολιτικό βίο, το ΚΕΜΕ επηρέασε τον ευρύτερο ελληνικό εθνικιστικό πολιτικό χώρο, καθότι πρώτο αυτό μίλησε για εθνικιστικά οικονομικά συστήματα. Ο πολιτικός, και ειδικότερα οικονομικός, λόγος του ΚΕΜΕ επηρέασε το Ελληνικό Μέτωπο του Μάκη Βορίδη και, σε κάποιες φάσεις (λόγω των πολλών αλλαγών στην πολιτική ρητορική του) το κόμμα ΛΑΟΣ του Γεωργίου Καρατζαφέρη.

Λασπολόγος: Ο Λασπολόγος ήταν μια δωρεάν μικρή εφημερίδα (free press) η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1985. Εκδιδόταν από ανώνυμη συντακτική επιτροπή και πωλούνταν στο βιβλιοπωλείο του Γιάκουμου. Αυτή η μικρή εφημερίδα είχε εθνικιστική ιδεολογική ταυτότητα και δημοσίευε τα παρασκήνια και τις εσωτερικές έριδες του φασιστικού/εθνικοσοσιαλιστικού χώρου στην Ελλάδα, θεωρώντας ότι οι Έλληνες εθνικιστές ήταν οι ίδιοι υπεύθυνοι για το γεγονός ότι δεν είχαν κατορθώσει έως τότε να αποτελέσουν ένα ισχυρό πολιτικό κίνημα. Ο Λασπολόγος έπαυσε να εκδίδεται το 1987, καθώς, ως λέγεται, είχε προκαλέσει ισχυρές και ‘δυναμικές’ αντιδράσεις.

Τα πλοκάμια του Σιωνιστοφασισμού: το νήμα που συνδέει τη Χρυσή Αυγή με το νεοσυντηρητικό καθεστώς Σαμαρά στην Ελλάδα, τον διεθνή σιωνιστοφασισμό και τα τεξανικά πετρελαϊκά συμφέροντα: Στην αυγή του 21ου αιώνα, το διεθνές σιωνιστικό λόμπι επιδιώκει να προκαλέσει μια γενικευμένη ευρωατλαντική σταυροφορία εναντίον του αραβοϊσλαμικού κόσμου, εναντίον του παλαιστινιακού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και εναντίον των πετρελαϊκών συμφερόντων του αραβοϊσλαμικού και του ιρανοϊσλαμικού κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Σιωνιστές καλλιεργούν διεθνώς την ισλαμοφοβία, χειραγωγούν τη λεγόμενη «ισλαμική τρομοκρατία», ώστε να διεγείρουν την αντιπάθεια και τον φόβο των δυτικών κοινωνιών προς τον ισλαμικό κόσμο και ακόμη συνεργάζονται, όποτε βρίσκουν σχετική ευκαιρία, με δυτικά φασιστικά/νεοναζιστικά κόμματα.

    Το πρώην στέλεχος της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας NSA (National Security Agency), Έντουαρντ Σνόουντεν (Edward Snowden), ο οποίος το 2013 έλαβε πολιτικό άσυλο στη Ρωσία, αποκάλυψε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία βρετανικές και αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες καθώς και η ισραηλινή μυστική υπηρεσία Mossad συνεργάστηκαν από κοινού για να δημιουργήσουν το τζιχαντιστικό κίνημα «Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Συρία», ISIS. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που έδωσε ο Σνόουντεν, η πολιτική εθνικής ασφαλείας του Κράτους του Ισραήλ περιλαμβάνει τη δημιουργία εχθρών στα σύνορά του. Μάλιστα, ο Αμπού Μπακρ Αλ‐Μπαγκνταντί έλαβε εντατική στρατιωτική εκπαίδευση για έναν ολόκληρο χρόνο στη Mossad. Επίσης, τη σχέση του Αμπού Μπακρ Αλ‐Μπαγκνταντί και του ISIS με ‘μαύρες επιχειρήσεις’ της CIA και του NATO επιβεβαίωσε ο βραβευμένος γεωπολιτικός αναλυτής Ουίλιαμ Ένγκνταλ (William Engdahl), σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του ενημερωτικού καναλιού RT στις 24 Ιουνίου 2014 (βλ. http://rt.com/op‐edge/168064‐isisterrorism‐usa‐cia‐war/).

    Η σιωνιστική Δεξιά επιχειρεί να χειραγωγήσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ και όσο μεγαλύτερο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής Δεξιάς μπορεί μέσω του ιδεολογικού κινήματος του νεοσυντηρητισμού. Περιγράφοντας τον πολιτικό χώρο του νεοσυντηρητισμού (neo-conservatism) ως «ένα εβραϊκό φαινόμενο», ο Τζέικομπ Χέιλμπραν (Jacob Heilbrunn), ανώτερος συντάκτης του περιοδικού «The National Interest» και πρώην διακεκριμένο στέλεχος του νεοσυντηρητικού χώρου, έχει επισημάνει ότι «οι νεοσυντηρητικοί είναι ενωμένοι μεταξύ τους με μια κοινή δέσμευση στον μέγιστο και σπουδαιότερο εβραϊκό στόχο: την επιβίωση του Ισραήλ». Πολλοί από τους ιδρυτές του κινήματος του νεοσυντηρητισμού, περιλαμβανομένων του Ίρβιν Κρίστολ (Irving Kristol), ιδρυτή του περιοδικού «Public Interest», του συνεκδότη του, Νέιθαν Γκλέιζερ (Nathan Glazer), του πολιτικού φιλοσόφου Σίντνεϊ Χουκ (Sidney Hook) και του θεωρητικού της στρατηγικής, Άλμπερτ Βολστέτερ (Albert Wohlstetter), είχαν διατελέσει στο παρελθόν μέλη ή στενοί ιδεολογικοί φίλοι της τροτσκιστικής Αριστεράς. Από το 1960 και μετά, και ειδικότερα μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, σημαντικοί παράγοντες της τροτσκιστικής Αριστεράς μετεξελίχθηκαν σε ένθερμους πολιτικούς υποστηρικτές του μιλιταρισμού (ειδικά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ), του νεοσυντηρητισμού και του Σιωνισμού, ενώ, εγκαταλείποντας το προηγούμενα φιλοσοφικά ενδιαφέροντά τους σχετικά με τον ανθρωπισμό και τη σοσιαλιστική κοινωνία, επικεντρώθηκαν στα νέα ερευνητικά και συγγραφικά ενδιαφέροντά τους, που ήταν η γεωπολιτική και η στρατηγική. Ένας ακόμη σημαντικός εκπρόσωπος του νεοσυντηρητισμού ήταν ο Νόρμαν Πόντορετς (Norman Podhoretz), ο οποίος, το 1960, έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Commentary», επικεντρώνοντας τη θεματολογία του σε αναλύσεις εξωτερικής πολιτικής, Ισραήλ και Σοβιετικής Ένωσης. Χαρακτηριστικοί εκφραστές αυτού του νεοσυντηρητικού/σιωνιστικού ρεύματος στην Ελλάδα είναι ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και στενός σύμβουλος του Έλληνα πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, καθώς και ο δικηγόρος Φαήλος Κρανιδιώτης, γνωστός ακροδεξιός και συνδεδεμένος με μυστικές διεθνείς πολιτικές επιχειρήσεις φίλος και σύμβουλος του Σαμαρά.

    Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου είχε οδηγήσει το Ισραήλ σε μια παράξενη θέση. Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα «Jerusalem Post», το 1991, η ιδέα ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ θα αντικαταστήσει, ή μάλλον θα διαδεχθεί, τον κομμουνισμό ως η νέα «μεγάλη απειλή» είχε ήδη αρχίσει να εκκολάπτεται στους κόλπους της ισραηλινής Δεξιάς. Η βάση αυτής της ιδέας ήταν ο φόβος των νεοσυντηρητικών ότι η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η χαλάρωση των δεσμών στους κόλπους της αμερικανικής Δεξιάς, λόγω της ανάδυσης μιας νέας μεταψυχροπολεμικής παγκόσμιας τάξης, η οποία χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης και του κοσμοπολιτικού φιλελευθερισμού, θα υπονόμευε τόσο την παραδοσιακή Δεξιά όσο και τη συνέχιση της άνευ όρων απόλυτης συμμαχίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

    Ο Κρίστολ, του περιοδικού «Public Interest», και ο Πόντορετς, του περιοδικού «Commentary», δεν αντιμετώπισαν το Ισλάμ ως ιδεολογία, αλλά φρόντισαν να φυτέψουν στις ψυχές των Αμερικανών τον σπόρο του μίσους μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ. Επίσης, ο Πόντορετς επιτέθηκε ευθέως εναντίον των αξιών του κοσμοπολιτικού φιλελευθερισμού, καταγγέλλοντας μια δήθεν Αριστερή ιδεολογική κυριαρχία στον χώρο της διανόησης, η οποία, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να παταχθεί. Με την προαναφερθείσα επίθεσή του εναντίον της «Αριστεράς», ο Πόντορετς επιχειρεί να οριοθετήσει τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, ώστε να μην εφαρμόζονται οι ‘φιλελεύθερες’ αρχές της ‘ανοχής’ και των ‘ανθρωπίνων ελευθεριών’ στην περίπτωση του ισλαμικού κόσμου και να δικαιολογηθεί ο μιλιταρισμός.

    Το πιο αποτελεσματικό ιδεολογικό όπλο των νεοσυντηρητικών δημιουργήθηκε και δημοσιεύθηκε το 1993 από τον Σάμουελ Χάντινγκτον (Samuel Huntington), καθηγητή διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Harvard, ο οποίος μάλιστα είχε διατελέσει σύμβουλος της κυβέρνησης των ΗΠΑ σχετικά με τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Το 1993 ο Χάντινγκτον, βασισμένος σε προηγούμενα συγγράμματα του Μπέρναρντ Λιούις (Bernard Lewis), εξέδωσε το περιβόητο άρθρο του με τίτλο «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών;» («The Clash of Civilizations?») στο περιοδικό «Foreign Affairs», και, το 1996, βάσει εκείνου του άρθρου, εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και η Αναδημιουργία της Παγκόσμιας Τάξης» («The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order», Εκδ. Simon and Schuster, 1996).

    Διάφορα think-tanks της Ουάσιγκτον, όπως το American Enterprise Institute (AEI), έγιναν το ορμητήριο νεοσυντηρητικών υψηλής επιρροής, όπως ο Ντάγκλας Φέιθ (Douglas Feith), ο Ντέιβιντ Γούρμσερ (David Wurmser) και ο Ρίτσαρντ Περλ (Richard Perle), οι οποίοι εντάχθηκαν στο δυναμικό του AEI προερχόμενοι από το ισραηλινό think-tank Institute for Advanced Strategic and Political Studies (IASPS), που εδρεύει στην Ιερουσαλήμ. Το 2003, μια μελέτη του Institute for Research: Middle East Policy (IRMEP) έδειξε την υψηλή στατιστική συσχέτιση μεταξύ των πολεμικών επιχειρήσεων του Μπους του Νεώτερου (ο οποίος, σε πολύ μεγάλη έκταση, ελέγχθηκε από νεοσυντηρητικούς) και της χρηματοδότησης των νεοσυντηρητικών think tanks.

    Πέρα από το γεγονός ότι οι νεοσυντηρητικοί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους πολλά think-tanks, και πολλά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης πέρασαν επίσης στον έλεγχο των νεοσυντηρητικών. Αυτή η διαδικασία διευκολύνθηκε από τις ρυθμίσεις που πραγματοποίησε, στη δεκαετία του 1980, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (Federal Communications Commission) σχετικά με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Έτσι, στη δεκαετία του 1990, δημιουργήθηκε μια ισχυρή σύμπραξη μεταξύ των νεοσυντηρητικών και του μεγιστάνα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ (Rupert Murdoch), ο οποίος δημιούργησε μια αυτοκρατορία Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η οποία διευρυνόταν καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Ο Μέρντοχ, εξ αρχής, ήταν γνωστός στις ΗΠΑ για την υποστήριξή του προς τον Σιωνισμό και μάλιστα, το 1982, το Εβραϊκό Κονγκρέσο της Νέας Υόρκης (Jewish Congress of New York) τον ψήφισε ως «Άνδρα των Επικοινωνιών της Χρονιάς» (Communication Man of the Year).

    Οι νεοσυντηρητικοί έχουν συμφέρον να καλλιεργούν μια σκληρή εθνικιστική ‘πατριωτική’ και θρησκευτική ρητορική. Το ίδιο κάνει και το σιωνιστικό λόμπι, το οποίο μάλιστα συνεργάζεται στενά με ακραίες νεοσυντηρητικές χριστιανικές οργανώσεις για να προωθήσει μέσω αυτών την ατζέντα του αναφορικά με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Οι νεοσυντηρητικοί/σιωνιστές επιχειρούν μεθοδικά να χειραγωγήσουν πατριωτικά κοινωνικά ρεύματα της Δύσης, ακόμη και παραδοσιακές εθνικοθρησκευτικές οργανώσεις, που ανησυχούν ή ενίστανται εναντίον της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, προκειμένου να προωθήσουν τον Σιωνισμό, μέσω πατριωτικής/εθνικής ρητορικής και μέσω μιας σιωνιστικής ιουδαιοχριστιανικής συμμαχίας εναντίον του Ισλάμ.

    Εξ ου και οι εξτρεμιστές Σιωνιστές είναι έντονα δυσαρεστημένοι με πτυχές της πολιτικής του Ομπάμα και αναπολούν την εποχή του νεοσυντηρητικού Λευκού Οίκου. Στις 13 Ιανουαρίου 2012, ο Άντριου Άντλερ (Andrew Adler), ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης και εκδότης της εβραϊκής εφημερίδας «Atlanta Jewish Times», η οποία εκδίδεται στην Ατλάντα των ΗΠΑ, έφθασε στο σημείο να υπογράψει άρθρο του στην εφημερίδα του, όπου καλούσε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου να δώσει εντολή στη MOSSAD να δολοφονήσει τον Ομπάμα, αν ο δεύτερος δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των Σιωνιστών για τη διαχείριση του ζητήματος του Ιράν και γενικότερα της Μέσης Ανατολής. Οι δε νεοσυντηρητικοί προωθούν τον υβριστικό όρο «ισλαμοφασισμός» (Islamofascism), για να προσβάλλουν τους ευσεβείς Μουσουλμάνους, και ασκούν μια ιδιόμορφη κριτική εναντίον της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, με επιχειρήματα βασισμένα στον εθνικισμό, στην ανασφάλεια των πολιτών και στη θρησκοληψία ακραίων προτεσταντικών και ρωμαιοκαθολικών οργανώσεων.

    Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Γκάι Ντίνμορ (Guy Dinmore), ανταποκριτής της έγκυρης εφημερίδας «Financial Times», έγραψε στους «Financial Times» στις 4 Μαΐου 2008: «Ο Σάντρο ντι Κάστρο (Sandro di Castro), πρόεδρος του συνδέσμου Μπένε Μπέριτ (Bene Berith) της εβραϊκής κοινότητας, λέει ότι η παρούσα αίσθηση κινδύνου που αντιμετωπίζει το Ισραήλ εξ αιτίας των Ισλαμιστών και του Ιράν ξεπερνά τις αναμνήσεις του περισσότερου μακρινού και τραγικού παρελθόντος των μαζικών εκτοπίσεων από τη Ρώμη βάσει των αντιεβραϊκών ρατσιστικών νόμων των Ναζί και του Μουσολίνι». Συγχρόνως, σε αυτό το πλαίσιο, στην Ακροδεξιά, λαμβάνει χώρα μια μετατόπιση ορισμένων δυνάμεών της προς περισσότερο ανεκτικές θέσεις απέναντι στους Εβραίους και ακόμη πολλοί παράγοντες της Ακροδεξιάς αισθάνονται την ανάγκη να διακηρύξουν τη δέσμευσή τους στην ασφάλεια του Ισραήλ. Έτσι, καθώς συγκεκριμένες δυνάμεις της Ακροδεξιάς και Σιωνιστές συνενώνονται επάνω σε μια κοινή πολιτική πλατφόρμα για το Ισλάμ και τη μετανάστευση, ο αντισημιτισμός παλαιών Ακροδεξιών πολιτικών χώρων ατονεί. Ο νέος ‘εχθρός’ είναι ο ‘Ισλαμιστής’ και ο ‘μετανάστης’, όχι ο ‘Εβραίος’. Με αυτόν τον τρόπο, πολλοί Ακροδεξιοί, ακόμη και φασίστες, ‘ξεπλένονται’ πολιτικά, αποκτούν νέους συμμάχους, αναλαμβάνουν νέες αποστολές, και ενίοτε συνθέτουν τη σβάστικα με το άστρο του Δαβίδ.

    Όπως έγραψε ο Γουέιν Μάντσεν (Wayne Madsen) σε άρθρο του υπό τον τίτλο «Συνεργασία του Ισραήλ με Ακροδεξιά Πολιτικά Κόμματα της Ευρώπης», το οποίο δημοσιεύθηκε στις 3 Αυγούστου 2011, στην ιστοσελίδα http://rense.com, αναπτύσσονται όλο και ισχυρότεροι δεσμοί μεταξύ ισραηλινών Ακροδεξιών κομμάτων και ευρωπαϊκών πρώην αντισημητικών Ακροδεξιών κομμάτων που εκθειάζονται στο μανιφέστο του τρομοκράτη Άντερς Μπρέιβικ (Anders Behring Breivik), ο οποίος διέπραξε τη σφαγή στην κατασκήνωση της Ουτόγια της Νορβηγίας στις 22 Ιουλίου 2011. Επίσης, ο ίδιος ο ακροδεξιός τρομοκράτης Μπρέιβικ, στα ίδια τα χειρόγραφά του, αυτοπροσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, και ως Σιωνιστής.

    Το μανιφέστο και το οπτικοακουστικό υλικό (βίντεο) του Μπρέιβικ επιβεβαιώνουν τη συμμετοχή του σε μια ευρύτερη νεοναϊτική οργάνωση, η οποία διεξάγει μια Σταυροφορία υπέρ της ιδέας της δημιουργίας μιας «Ιουδαιοχριστιανικής Ευρώπης» και μάλιστα διεισδύει και σε συμβατικές Τεκτονικές Στοές καθώς και σε χριστιανικές οργανώσεις και Εκκλησίες για στρατολόγηση υποστηρικτών. Όπως έγραψε ο Πολ Γούντγουαρντ (Paul Woodward) σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Eurasia Review στις 25 Ιουλίου 2011, το μανιφέστο του Μπρέιβικ περιγράφει μια συνάντηση σύγχρονων Ιπποτών Ναϊτών, η οποία έλαβε χώρα στο Λονδίνο και στην οποία συμμετείχε ο Μπρέιβικ, αντιπροσωπεύοντας συγχρόνως έναν «Σέρβο Σταυροφόρο Διοικητή», όπως τον αποκαλεί ο Μπρέιβικ, δεδομένου ότι εκείνος ο Σέρβος βρισκόταν στη Μονρόβια της Λιβερίας –όπου προηγουμένως τον είχε συναντήσει ο Μπρέιβικ– και κρυβόταν για να αποφύγει διώξεις που του είχαν ασκηθεί για εγκλήματα που είχε διαπράξει σε βάρος Μουσουλμάνων της Βοσνίας.

    Σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές, ο Σέρβος υψηλόβαθμος Ναΐτης Σταυροφόρος, τον οποίο αναφέρει ο Μπρέιβικ και με τον οποίο συναντήθηκε στη Λιβερία πριν παρευρεθεί στη Ναϊτική συνάντηση του Λονδίνου, ήταν ο Μίλοραντ Ούλεμεκ (Milorad Ulemek), γνωστός και με το όνομα Μίλοραντ Λούκοβιτς (Milorad Lukovic), ο οποίος είναι πρώην διοικητής σερβικής παραστρατιωτικής μονάδας γνωστής με τις ονομασίες «Τίγρεις του Αρκάν» και «Κόκκινα Μπερέ», μονάδας που διέπραξε επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης στη Βοσνία. Το μανιφέστο του Μπρέιβικ, ευθέως και ονομαστικώς, εκθειάζει τους «Τίγρεις του Αρκάν» και συγκεκριμένα τον Μίλοραντ Ούλεμεκ και τον ίδιο τον Ραζνάτοβιτς Αρκάν (Raznatovic Arkan), σαν ηρωικά πρότυπα.

    Το περιεχόμενο του βίντεο του Μπρέιβικ μοιάζει πολύ με το περιεχόμενο των βίντεο και μιας γερμανικής οργάνωσης Ναϊτών Ιπποτών, η οποία ονομάζεται «Τάγμα 777» και έχει ως αρχηγό της έναν Ανατολικογερμανό τρομοκράτη και βομβιστή εναντίον Μουσουλμάνων, ονόματι Νικ Γκρέγκερ (Nick Greger), γνωστό και ως «Commander Mad Nick» και ως «madnick77». Τα βίντεο του Τάγματος 777 καλούν την «Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη» να ενωθεί εναντίον της «Μουσουλμανικής απειλής», καθώς επίσης και εναντίον της παγκοσμιοποίησης και του πολυπολιτισμικού μοντέλου, που προωθούν οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ. Επίσης, τα βίντεο του Τάγματος 777 εκθειάζουν τον Σέρβο εγκληματία πολέμου και Ναΐτη Διοικητή Ούλεμεκ ως ηρωικό πρότυπο. Εκτενές σχετικό ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στη βρετανική εφημερίδα Daily Telegraph, στις 20 Απριλίου 2012.

    Όπως έγραψε η βρετανική εφημερίδα Independent, στις 24 Μαΐου 2007, ο Ούλεμεκ, ο «ήρωας-πρότυπο» του Μπρέιβικ, πέρα από ηγετικό στέλεχος παραστρατιωτικής σερβικής οργάνωσης, ήταν και μέλος της μαφιόζικης σερβικής οργάνωσης «Zemun», η οποία αποτελούνταν από μια απενεργοποιημένη μυστική μονάδα της Αστυνομίας και από ισχυρούς παράγοντες του υποκόσμου του προαστίου Zemun του Βελιγραδίου, οι οποίοι διευθύνουν σημαντικά δίκτυα λαθρεμπορίου ναρκωτικών και όπλων στα Βαλκάνια και ενέχονται σε πληθώρα υποθέσεων δολοφονιών και απαγωγών.

    Επίσης, όπως έγραψαν ο Γιούρι Μαμσούρ (Yuri Mamchur) στο «Russia Blog», στις 28 Ιουλίου 2011, ο Γιούρι Γιασένεφ (Yuri Yasenev) στο «http://left.ru», και ο Πίτερ Ντέιλ Σκοτ (Peter Dale Scott) στην ιστοσελίδα του καταξιωμένου αποκαλυπτικού περιοδικού Lobster στις 29 Οκτωβρίου 2005, ρωσικές πηγές συνδέουν τον Ούλεμεκ με τον Βλαντιμίρ Φίλιν (Vladimir Filin), ο οποίος είναι ο Ρώσος αρχηγός της εταιρείας «Far West LLC», η οποία αποτελείται από πρώην στελέχη της σοβιετικής στρατιωτικής κατασκοπείας που σήμερα ασχολούνται με τα λαθρεμπόρια όπλων και ναρκωτικών. Άλλωστε, το σερβικό οργανωμένο έγκλημα, που εκπροσωπείται από τον Ούλεμεκ, και το ρώσικο οργανωμένο έγκλημα, που εκπροσωπείται από τον Φίλιν, συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, σε πολλά πεδία, όπως λ.χ. στα ναρκωτικά και στην «προστασία» των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας (σχετική επιστημονική ανάλυση έχει γίνει από τους Mats R. Berdal and Mónica Serrano στο βιβλίο τους Transnational Organized Crime and International Security: Business As Usual?, Εκδ. Lynne Rienner, 2002).

    Οι υψηλοί προστάτες της μαφιόζικης εταιρείας Far West LLC περιλαμβάνουν τον Αλεξάντερ Βολόσιν (Alexander Voloshin), ο οποίος είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης και όργανο του Ρώσου ολιγάρχη Μπόρις Μπερεζόφσκι (Boris Berezovsky), τον Ρώσο δισεκατομμυριούχο Ρόμαν Αμπράμοβιτς (Roman Abramovich) και τον Σαουδάραβα έμπορο όπλων και μεγαλοεπενδυτή Αντνάν Κασόγκι (Adnan Khashoggi), ενώ τα δίκτυα της Far West LLC απλώνονται μέχρι τον Νιλ Μπους (Neil Bush), ο οποίος είναι ο πιο μικρός σε ηλικία αδελφός του πρώην Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους του Νεώτερου. Σχετικές αποκαλύψεις και αναλύσεις έχουν δημοσιευθεί από τον Πίτερ Ντέιλ Σκοτ στην ιστοσελίδα του περιοδικού Lobster, στις 29 Οκτωβρίου 2005, στο περιοδικό Foreign Policy Journal, 10 Ιανουαρίου 2010, καθώς και στο βιβλίο του Η Αμερικανική Πολεμική Μηχανή (American War Machine, Εκδ. Rowman & Littlefield, 2010). Αυτού του είδους οι ομάδες αποτελούν μέρος αυτού που ο Ντέιβιντ Ρόθκοπφ (David Rothkopf) –στο βιβλίο του Superclass (Εκδ. Farrar, Straus and Giroux, 2008)– έχει αποκαλέσει «σκιώδη ελίτ» και αποτελεί μια ενδιάμεση ζώνη διαπλοκής μεταξύ του επίσημου κοινωνικού συστήματος και του οργανωμένου εγκλήματος και του «παρακράτους».

    Στην Ελλάδα του 2014, τον Δεκέμβριο, οι εκλογές για την ανάδειξη Προέδρου Δημοκρατίας έδειξαν ότι το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών εξαρτιόταν από τη Χρυσή Αυγή, της οποίας ο πρόεδρος, Ν. Μιχαλολιάκος και ηγετικά στελέχη (μέλη του ελληνικού Κοινοβουλίου) ήταν προφυλακισμένα με ασθενώς στοιχειοθετημένο κατηγορητήριο. Κατ’ αρχάς, όπως έχουμε ήδη εξηγήσει στην παρούσα μελέτη, στην Ελλάδα, ο ακροδεξιός/φασιστικός πολιτικός χώρος είχε πάντοτε παρακρατικό χαρακτήρα και όχι κινηματικό, δηλαδή υπήρχε ανέκαθεν με τη μορφή παρακρατικών φασιστικών/ακροδεξιών οργανώσεων που εξυπηρετούσαν μυστικές επιχειρήσεις και σχεδιασμούς των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών (ΚΥΠ/ΕΥΠ), της Ελληνικής Αστυνομίας και του ΝΑΤΟ.

    Όταν λοιπόν η Χρυσή Αυγή, ως μια οργάνωση του ελληνικού παρακρατικού ακροδεξιού/φασιστικού δικτύου, επεχείρησε, μέσω ειδικών συγκυριών που ευνόησαν την εκλογική της άνοδο, να αυτονομηθεί από το ελληνικό καθεστώς που την πατρονάριζε επί δεκαετίες, η κυβέρνηση Σαμαρά, με νομικές ακροβασίες, μεθόδευσε έτσι τα πράγματα ώστε ο γενικός γραμματέας και άλλα σημαντικά στελέχη της Χρυσής Αυγής, παρ’ ότι ήταν εν ενεργεία βουλευτές, να προφυλακιστούν (παρά τη συνταγματική τάξη). Έτσι, μπορούσε πλέον να ασκηθεί ένας ‘σωφρονιστικός’ εκβιασμός στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής εκ μέρους του επισήμου καθεστώτος των Αθηνών. Παράλληλα όμως, κατά τη γνώμη σημαντικών στελεχών και συμβούλων της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και επίσης κατά τη γνώμη σημαντικών ξένων παραγόντων, η Χρυσή Αυγή θα μπορούσε να συνεχίσει ακόμη να είναι μια χρήσιμη παρακρατική οργάνωση για το καθεστώς των Αθηνών. Συγκεριμένα, η Χρυσή Αυγή, εάν το το αποφασίσει, μπορεί να εξυπηρετήσει τα εξής συμφέροντα: (1) Η Χρυσή Αυγή μπορεί να συνεργαστεί, εντός και εκτός Βουλής, με τη Νέα Δημοκρατία για να υπονομεύσει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία και για να διευκολύνει την ομαλή επιβολή των όρων των Μνημονίων που έχουν συμφωνήσει οι κυβερνήσεις Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ με την Τρόικα. (2) Η Χρυσή Αυγή, καλλιεργώντας την ισλαμοφοβία και το ρατσιστικό μίσος, μπορεί να εξυπηρετήσει τα σχέδια των Σιωνιστών για την πραγματοποίηση μιας πανευρωπαϊκής Σταυροφορίας εναντίον των Μουσουλμάνων και για την εγκαθίδρυση μιας σιωνιστικής ιουδαιοχριστιανικής συμμαχίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης των πολιτισμών. (3) Η Χρυσή Αυγή μπορεί, μέσω της αντιισλαμικής ατζέντας της, να υπονομεύσει αραβοϊσλαμικά πετρελαϊκά συμφέροντα και ειδικά τα σχέδια της ARAMCO για τις ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου, εξυπηρετώντας έτσι η Χρυσή Αυγή συμφέροντα ισραηλινών και τεξανικών εταιρειών ενέργειας. (4) Η Χρυσή Αυγή μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο προώθησης της νεοσυντηρητικής ιδεολογίας στην Ελλάδα. Αυτές οι σκοτεινές, παρασκηνιακές διαστάσεις του ρόλου που μπορεί να παίξει η Χρυσή Αυγή ή ένας άλλος παρακρατικός ακροδεξιός/φασιστικός πολιτικός σχηματισμός στην Ελλάδα έγιναν ακόμη εντονότερα σαφείς από τις παρασκηνιακές διεργασίες που έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 2014 στην Αθήνα, προκειμένου η Χρυσή Αυγή να ψηφίσει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Σταύρο Δήμα, τον οποίο πρότειναν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, ώστε, με αυτόν τον τρόπο, οι Χρυσαυγίτες βουλευτές να δώσουν παράταση ζωής στην κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ και να εξυπηρετήσουν σιωνιστικά και τεξανικά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Ιστορικό Παράρτημα Ι: Ο Μουσολίνι ως πράκτορας της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας MI5 και ο Χίτλερ ως ο σκιώδης θεμελιωτής του σιωνιστικού Κράτους του Ισραήλ

    Η υπονόμευση του φασισμού/εθνικοσοσιαλισμού, μέσω προβοκατόρων, πρακτόρων και χειραγωγούμενων στελεχών, υπήρξε εξ αρχής σχέδιο της φιλελεύθερης και της σιωνιστικής ολιγαρχίας. Σύμφωνα με τον φάκελο του Τσιάνο («The Ciano Papers») που υπάρχει στο ιστορικό αρχείο της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) των ΗΠΑ, ο Γκαλεάτσο Τσιάνο (Galeazzo Ciano) είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας την περίοδο κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε δώσει τη συγκατάθεσή της στην κατάκτηση της Αιθιοπίας από την Ιταλία, στην επέμβαση της Ιταλίας στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στην πολιτική προσέγγιση μεταξύ της Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας κι έτσι υπήρχε ισχυρός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της βρετανικής κυβέρνησης και του Τσιάνο. Σχετικές πληροφορίες περιέχονται στα ημερολόγια του Τσιάνο της περιόδου 1939-1943, που εκδόθηκαν στην αγγλική γλώσσα, το 1946, στη Νέα Υόρκη, από τον εκδοτικό οίκο Doubleday & Co. Επίσης, η διείσδυση των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στο φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας ήταν βαθιά εφόσον, το 1917, ο Μπενίτο Μουσολίνι –ο οποίος τότε εργαζόταν ως δημοσιογράφος– στρατολογήθηκε από τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών MI5, όπως αποκάλυψε σχετική ιστορική έρευνα του δρα Πίτερ Μάρτλαντ (Peter Martland), καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (τα πορίσματα αυτής της έρευνας δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα The Guardian στις 13 Οκτωβρίου 2009).

    Στη Γερμανία, η διαχείριση του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος υπό του Άντολφ Χίτλερ (Adolf Hitler) υπήρξε εξαιρετικά αποτυχημένη και διαβρώθηκε από ξένους πράκτορες και πολιτικούς εχθρούς. Γι’ αυτό, τα πλέον διακεκριμένα στελέχη του «συντηρητικού επαναστατικού κινήματος», στα οποία ανήκε και ο πολιτικός φιλόσοφος Καρλ Σμιτ, σύντομα διαχώρισαν τη θέση τους από τον Χίτλερ.

    Το «συντηρητικό επαναστατικό κίνημα» ξεκίνησε αρχικά ως ένα γερμανικό εθνικό συντηρητικό κίνημα που γνώρισε ιδιαίτερη ακμή μετά από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η σχολή του «επαναστατικού συντηρητισμού» βασίζει τις ιδέες της σε έναν οργανισμικό παρά υλιστικό τρόπο σκέψης για την κοινωνία και στην έννοια της λαϊκής κοινότητας (Volksgemeinschaft) παρά στην ταξική σύγκρουση και στη δυναμική της μάζας. Σύμφωνα με τον Χέρμαν Ράουσνινγκ (Hermann Rauschning), έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του επαναστατικού συντηρητισμού, η συντηρητική επανάσταση αναφέρεται στην «προπολεμική μοναρχο-χριστιανική εξέγερση εναντίον της νεωτερικότητας» και μόνο ως συμφωνία με τον Διάβολο μπορεί να θεωρηθεί η συνεργασία μελών του επαναστατικού συντηρητισμού με τον Χίτλερ κατά την περίοδο της Βαϊμάρης. Επίσης, ο Καρλ Σμιτ θεωρούσε τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ «υπερβολικά άξεστο» (βλ. C. Schmitt, «The Legal Basis of the Total State», στο: R. Griffen, Fascism, Εκδ. Oxford University Press, 1995, σελ. 108).

    Ο Χίτλερ, ακαλλιέργητος επιστημονικά και φορέας ποικίλων ψυχολογικών προβλημάτων, γοητεύθηκε από τον σιωνιστικό εθνορατσισμό και προσπάθησε να τον μιμηθεί με γερμανικούς όρους. Έτσι, ο Χίτλερ κατέστησε τον ρατσισμό κεντρική συνιστώσα του εθνικοσοσιαλισμού, προκαλώντας, ως εκ τούτου, τον εκφυλισμό και την παρακμή της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, ενώ το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα θα μπορούσε να έχει, εναλλακτικά, ως ιδεολογία του τον επαναστατικό συντηρητισμό. Σύμφωνα με τον Χέρμαν Ράουσνινγκ (Hermann Rauschning), έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του επαναστατικού συντηρητισμού, η συντηρητική επανάσταση αναφέρεται στην «προπολεμική μοναρχο-χριστιανική εξέγερση εναντίον της νεωτερικότητας» και μόνο ως συμφωνία με τον Διάβολο μπορεί να θεωρηθεί η συνεργασία μελών του επαναστατικού συντηρητισμού με τον Χίτλερ κατά την περίοδο της Βαϊμάρης. Επίσης, ο Καρλ Σμιτ θεωρούσε τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ «υπερβολικά άξεστο» (βλ. C. Schmitt, «The Legal Basis of the Total State», στο: R. Griffen, Fascism, Εκδ. Oxford University Press, 1995, σελ. 108).

    Τι είναι όμως ο Σιωνισμός και πώς συνδέθηκε με τον Ναζισμό του Χίτλερ;

    Στο πλαίσιο της προσπάθειας των Δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων του 19ου και του 20ού αιώνα να διαχειριστούν πολιτικά τη Μέση Ανατολή μέσω μιας νέας μορφής αποικιακού ελέγχου και να την εντάξουν στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, έπρεπε η Δύση να αποδομήσει την έννοια του ισλαμικού χαλιφάτου και συγχρόνως, στο πλαίσιο της πολιτικής «διαίρει και βασίλευε», να δημιουργήσει στη Μέση Ανατολή και ένα μη ισλαμικό ιουδαϊκό/εβραϊκό κράτος. Επειδή όμως ο Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός είναι ασύμβατος με τις αρχές της νεωτερικής Δύσης περί εθνοκρατικών υποκειμένων και με τον δυτικό ιμπεριαλισμό και επειδή οι Ορθόδοξοι Ιουδαίοι δεν είχαν θέσει ποτέ ζήτημα δημιουργίας ιουδαϊκού κράτους στη Μέση Ανατολή ή οπουδήποτε αλλού, η Δύση έπρεπε να αποδομήσει και να χειραγωγήσει και τον ιουδαϊκό κόσμο, αφενός δημιουργώντας τον Σιωνισμό (εβραϊκό/ιουδαϊκό εθνικισμό), ως αντίπαλο του Ορθόδοξου Ιουδαϊσμού, αφετέρου δημιουργώντας εκείνες τις ιστορικές συνθήκες που θα εξανάγκαζαν πολλούς Ιουδαίους της Ευρώπης να υποστηρίξουν την ιδέα της δημιουργίας ενός ιουδαϊκού κράτους στη Μέση Ανατολή και μάλιστα να μεταναστεύσουν σε αυτό.

    Η νεωτερική Δύση διείσδυσε και παραμόρφωσε τον ιουδαϊκό κόσμο μέσω του Σιωνισμού. Ο όρος ‘Σιωνισμός’ διατυπώθηκε πρώτη φορά το 1893 από τον Αυστριακό συγγραφέα, δημοσιογράφο, Ιουδαίο διανοούμενο και εθνικιστή Νάθαν Μπιρνμπάουμ (Nathan Birnbaum), αλλά ο θεμελιωτής του Σιωνισμού είναι ο Αυσρο‐Ούγγρος δημοσιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής Θίοντορ Χερτσλ (Theodor Herzl, 1860‐1904). Ο Σιωνισμός αποτελεί έναν συγκερασμό μεταξύ του Ιουδαϊσμού και των νεωτερικών Δυτικών παραδόσεων του εθνικισμού, του ιμπεριαλισμού και της εκκοσμίκευσης (όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό). Ο Σιωνισμός αφενός επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο ιουδαϊκό πολιτικό υποκείμενο διακριτό από όλα τα έθνη‐κράτη, ώστε να θεμελιώσει το αίτημα της δημιουργίας ιουδαϊκού έθνους‐κράτους, αφετέρου προτείνει την (πολιτιστική) αφομοίωση των Ιουδαίων/Ισραηλιτών μέσα στο πνεύμα και τον τρόπο ζωής της νεωτερικότητας: και ως προς τα δύο αυτά αιτήματα, ο Σιωνισμός είναι αντίθετος προς τον Ορθόδοξο Ιουδαϊσμό, ο οποίος βασίζεται στη θεονομία και στην ιερή ιουδαϊκή γραμματεία. Επίσης, ο Σιωνισμός καλλιεργεί στους Εβραίους οπαδούς του ένα μείγμα έντονης γεωπολιτικής ανασφάλειας και φιλοδοξίας, το οποίο είναι άσχετο προς την παραδοσιακή ιουδαϊκή κουλτούρα.

    Σε αντιδιαστολή προς τον Σιωνισμό και τη δική του εκδοχή του Ιουδαϊσμού, υπάρχει ο Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός, ο πυρήνας του οποίου είναι οι Χαρεντίμ. Το βιβλικό ρήμα ‘χαρέντ’ και το αντίστοιχο επίθετο ‘χαρεντίμ’ εμφανίζονται στο βιβλίο του Ησαΐα, χωρία 66:2 και 66:5, και σημαίνουν αυτόν που ‘τρέμει’ στον λόγο του Θεού. Ο όρος Χαρεντίμ σημαίνει το δέος και την αγωνία κάποιου κατά την προσπάθειά του να πραγματώσει το θέλημα του Θεού. Επίσης, μια άλλη θεμελιώδης μορφή του Ορθοδόξου Ιουδαϊσμού σχεδόν ταυτόσιμη με τους Χαρεντίμ είναι ο Χασιδικός Ιουδαϊσμός, ο οποίος αναπτύχθηκε πρωτίστως στην Ανατολική Ευρώπη (Ουκρανία και Λευκορωσία), τον 18ο αιώνα, με θεμελιωτή τον Ραββίνο Γισροέλ μπεν Ελιέζερ (Yisroel ben Eliezer), γνωστό και ως Μπαάλ Σημ Τοβ (Baal Shem Tov). Ο όρος Χασιδικός Ιουδαϊσμός προέρχεται από την εβραϊκή λέξη ‘χασιντούτ’, που σημαίνει ευσέβεια.

    Το 1912, ιδρύθηκε ο οργανισμός World Agudath Israel ως πολιτικός βραχίονας του Ορθοδόξου Ιουδαϊσμού (διαδεχόμενος τον οργανισμό Agudas Shlumei Emunei Yisroel) για να διαχωρίσει σαφώς τους Ορθοδόξους Ιουδαίους, τόσο από τους εθνικιστές θρησκευομένους Ιουδαίους (Torah Nationalists Mizrachi) όσο και από τους εκκοσμικευμένους Σιωνιστές. Σε αντίθεση προς τους Σιωνιστές (που υιοθετούν τη νεωτερικότητα και επιδιώκουν να ταυτίσουν τον Ισραηλίτη με ένα έθνος‐κράτος και με μια εθνικιστική ιδεολογία, εξυπηρετώντας έτσι τα σχέδια για τη Μέση Ανατολή που διαμορφώνουν οι εθνικές ελίτ των Δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων και μια παγκόσμια καπιταλιστική ελίτ), οι Ορθόδοξοι Ιουδαίοι ενδιαφέρονται για τη διαφύλαξη του μεταφυσικού τρόπου ύπαρξής τους στην ιστορία και δεν χρειάζονται γι’ αυτό ούτε νεωτερικό έθνος‐κράτος, ούτε νεωτερική πολιτική ιδεολογία. Μάλιστα, ο Ραββίνος Σαμσόν Ραφαήλ Χιρς (Samson Raphael Hirsch, 1808‐1888), ραββίνος της Φρανκφούρτης, στη Γερμανία, είχε υποστηρίξει ότι οι μεγαλύτεροι ραββίνοι θα έπρεπε να συναχθούν και να αφορίσουν τους Σιωνιστές (βλ. Mara Dara Yisroel, τ. 2, σελ. 43).

    Σύμφωνα με τους Χαρεντίμ, που είναι ο πυρήνας του Ορθοδόξου Ιουδαϊσμού, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως αν είναι Ιουδαίος ή όχι, μπορεί να σωθεί εάν τηρεί τους Επτά Νόμους του Νώε, οι οποίοι, σύμφωνα με το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, δόθηκαν από τον Θεό ως ένα δεσμευτικό σύνολο νόμων για τα «τέκνα του Νώε», δηλαδή για ολόκληρη την ανθρωπότητα, και οι οποίοι νόμοι είναι οι εξής: (1) η απαγόρευση της ειδωλολατρείας, (2) η απαγόρευση του φόνου, (3) η απαγόρευση της κλοπής, (4) η απαγόρευση της σεξουαλικής ανηθικότητας, (5) η απαγόρευση της βλασφημίας, (6) η απαγόρευση της βρώσης κρέατος που έχει ληφθεί από ζώο που είναι ακόμη ζωντανό, και (7) η εντολή να υπάρχουν δικαστήρια για την απονομή δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ορθόδοξη ραββινική παράδοση, οι προαναφερθέντες επτά Νωεχιτικοί Νόμοι προέρχονται από την ίδια την Τορά και συγκεκριμένα από τις βασικές εντολές που δόθηκαν στον Αδάμ στον Κήπο της Εδέμ (Γένεσις 2:16) και από τις εντολές που προστέθηκαν μετά από τον Κατακλυσμό του Νώε (Γένεσις 9:8‐17). Το να είσαι όμως γνήσιος Ιουδαίος (Ισραηλίτης), διδάσκουν οι Χαρεντίμ, σημαίνει ότι τηρείς (ή τουλάχιστον συστηματικά αγωνίζεσαι για να τηρείς) όλες τις 613 εντολές («μιτσβότ») που περιλαμβάνονται στην Τορά και αναφέρονται συλλογικά ως «Μωσαϊκός Νόμος» ή ως «Σιναϊτικός Νόμος». Με άλλα λόγια, οι Ορθόδοξοι Ιουδαίοι βιώνουν τη θρησκεία τους ως μια πνευματική πορεία που χαρακτηρίζεται από υπαρξιακό και ηθικό ηρωισμό και βεβαίως η έννοια του Ισραηλίτη κατά τους Ορθόδοξους Ιουδαίους δεν έχει καμία σχέση με τον πολίτη του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ, ούτε με τον Σιωνισμό γενικά, αλλά, τουναντίον, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, ο Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός απορρίπτει το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ.

    Σε αντιδιαστολή προς τον Οθρόδοξο Ιουδαϊσμό, ήδη πριν από τη δημιουργία του Σιωνισμού, δημιουργήθηκε ο Μεταρρυθμισμένος Ιουδαϊσμός (Reformed Judaism), ο οποίος υπέταξε τον Μωσαϊκό Νόμο στην ιστορικότητα, επέφερε έναν συμβιβασμό και συγκερασμό του Μωσαϊκού Νόμου με το πνεύμα της δυτικοευρωπαϊκής νεωτερικότητας και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και έδωσε την άδεια στους ραββίνους να διαλέγουν και να αποφασίζουν οι ίδιοι ποιες εντολές θα τηρούν από τον Μωσαϊκό Νόμο. Μια σέκτα του Μεταρρυθμισμένου Ιουδαϊσμού είναι και ο Σιωνισμός. Ενώ, για τον Ορθόδοξο Ιουδαϊσμό, η ουσία της ‘ιουδαϊκότητας’ (του να είσαι Ιουδαίος) συνίσταται στο να τηρείς και τις 613 εντολές της Τορά, οι Σιωνιστές αντιλαμβάνονται και ορίζουν την ‘ιουδαϊκότητα’ σύμφωνα με εκκοσμικευμένα και συγκεκριμένα σύμφωνα με εθνικιστικά κριτήρια. Ενώ σύμφωνα με τους Ορθόδοξους Ιουδαίους, το να είσαι Ιουδαίος είναι μια πολύ δύσκολη και ριψοκίνδυνη (λόγω ακριβώς της δυσκολίας που ενέχει), πλην προσωπική, πνευματική απόφαση, οι Σιωνιστές έχουν αποσυνδέσει την ταυτότητα του σιωνιστικού ιουδαϊσμού από την Τορά και την ορίζουν με βάση τη δυτικοευρωπαϊκή, νεωτερική θεωρία του εθνικισμού.

    Ο Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός (συγκεκριμένα οι παραδόσεις των Χαρεντίμ και των Χασιδιστών) απορρίπτει τον εθνικισμό και την εκκοσμίκευση, θεωρεί την ίδρυση του σιωνιστικού Κράτους του Ισραήλ ως αντίθετη προς την Τορά και δίδει έμφαση στη μυστική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό σύμφωνα με την παράδοση της Μερκαμπά («μυστικισμός του άρματος»), η οποία επικεντρώνεται στα θεία οράματα που αναφέρονται στο βιβλίο του Ιεζεκιήλ (κεφάλαιο 1), σε μια σειρά μυστικιστικών ιουδαϊκών κειμένων που είναι γνωστά ως «χεκαλότ» (ανάκτορα) και περιλαμβάνουν ιστορίες ανάληψης στα ουράνια ανάκτορα και στον Θρόνο του Θεού, καθώς και στην καμπαλιστική διδασκαλία περί της «Νεσαμά», δηλαδή εκείνου του ψυχικού δοχείου  στον άνθρωπο που δέχεται τη θεία ενέργεια της Μπινά (θεία κατανόηση), καθιστώντας τον άνθρωπο κοινωνό του Ρουάχ Ελοχίμ (Πνεύμα του Θεού), σύμφωνα με τα βιβλικά χωρία Γένεσις 1:2 και 41:38, Έξοδος 31:3 και 35:31, Αριθμοί 24:2, 1 Σαμουήλ 10:10, 11:6, 16:15, 18:10, 19:20, 2 Χρονικών 15:1 και 24:20, Ιώβ 33:4, Ησαΐας 42:1. Σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια σχετική συνάφεια μεταξύ των ορθοδόξων ιουδαϊκών κειμένων περί θείων οραμάτων και περί της «Νεσαμά» με τις ορθόδοξες χριστιανικές διδασκαλίες των Βυζαντινών Ησυχαστών περί της θέας του Θεού από τον άνθρωπο ως άκτιστο φως και περί πληρώσεως του ανθρωπίνου νοός με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

    Πολλοί Ορθόδοξοι Ραββίνοι, όπως ο οργανισμός Neturei Karta, επισημαίνουν ότι το Ολοκαύτωμα εναντίον των Εβραίων που εξαπέλυσε το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ χειραγωγήθηκε από παράγοντες του Σιωνισμού, με σκοπό να εξολοθρεφθούν κυρίως οι Ορθόδοξοι Ιουδαίοι και έτσι να διευκολυνθεί η πραγματοποίηση του σχεδίου των Σιωνιστών, εφόσον αφενός θα είχαν εξολοθρευθεί οι θεματοφύλακες του ορθοδόξου ιουδαϊκού λόγου, αφετέρου το αίτημα του Σιωνισμού θα είχε κερδίσει ευρεία απήχηση και ηθικό κύρος στην παγκόσμια κοινή γνώμη.

    Ο θεμελιωτής του Σιωνισμού, Θίοντορ Χερτσλ, γράφει στη σελίδα 68, του Ημερολογίου του: «Μια ιδέα ανέτειλε στην καρδιά μου να φέρω τον αντισημιτισμό και να εξαλείψω τον ιουδαϊκό πλούτο», έτσι ώστε, μέσω της αντισημιτικής βίας και της ανασφάλειας, να πεισθούν οι Ιουδαίοι της Ευρώπης να αναζητήσουν την ασφάλειά τους στον Σιωνισμό και στη δημιουργία σιωνιστικού κράτους. Επίσης, στη σελίδα 16, του Ημερολογίου του, ο Χερτσλ είχε παραδεχθεί σχετικά με τη διαμόρφωση του ‘Σιωνιστή Ιουδαίου’ το εξής: «Ο αντισημιτισμός βοηθεί στην οικοδόμηση αυτού του νέου είδους Ιουδαίου».

    Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann), ο Γερμανός αξιωματικός των Ναζί που υπήρξε ένας από τους κύριος οργανωτές του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος, ήταν ιουδαϊκής καταγωγής Σιωνιστής και, μέσω του διωγμού των Εβραίων στην Ευρώπη, εξυπηρετούσε το σιωνιστικό σχέδιο για τη δημιουργία ιουδαϊκού έθνους‐κράτους στην Παλαιστίνη. Σχετικώς και για μια μεθοδική μελέτη του θέματος, παραπέμπουμε στο συνταρακτικά αποκαλυπτικό ιστορικό βιβλίο του Χένεκε Κάρντελ (Hennecke Kardel), Adolf Hitler Founder of Israel: Israel in War with Jews (Εκδόσεις Modjeskis Society, 1996), του οποίου ο τίτλος στα ελληνικά σημαίνει: «Άντολφ Χίτλερ ο Θεμελιωτής του Ισραήλ: Το Ισραήλ σε Πόλεμο με τους Ιουδαίους». Αυτό το ιστορικό βιβλίο προκάλεσε σοκ με τα στοιχεία που παραθέτει και του έγινε εκτενής βιβλιοπαρουσίαση ακόμη και στην εφημερίδα The New York Times, Book Review Section, 17 Νοεμβρίου 1996, σελ. 7.

    Όταν μάλιστα ο Άιχμαν πρότεινε στον Σιωνιστή Νταβίντ Μπεν‐Γκουριόν (David Ben‐Gurion), τον τότε επικεφαλής τότε της «Ιουδαϊκής Υπηρεσίας για το Ισραήλ» (HaSochnut HaYehudit L’Eretz Yisra’el) και μετέπειτα πρώτο πρωθυπουργό του Κράτους του Ισραήλ, να σωθούν περί το ένα εκατομμύριο Εβραίοι αντί οικονομικών ανταλλαγμάτων, ο Μπεν‐Γκουριόν και η «Ιουδαϊκή Υπηρεσία για το Ισραήλ» απέρριψαν την πρόταση.

Ιστορικό Παράρτημα ΙΙ: Η σιωνιστοφασιστική κουλτούρα, ιδεολογία και νοοτροπία των θεμελιωτών του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης

    Οι ιδεολογικές και πολιτικές ρίζες του αυτοκρατορικού σχεδίου της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής ελίτ του 21ου αιώνα για την Ευρώπη βρίσκονται στο κίνημα Pan-Europa, του οποίου ιδρυτής ήταν ο Αυστριακός θεωρητικός της γεωπολιτικής και φιλόσοφος κώμης φον Κουντενχόβε-Καλέργκι (Coudenhove-Kalergi, 1894-1972).

    Σύμφωνα με τον Κουντενχόβε-Καλέργκι, η πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο επί τη βάσει μιας κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας, η οποία, διά της υπάρξεώς της καθ’ εαυτής, θα έδινε περιεχόμενο στην έννοια του «ευρωπαϊκού έθνους». Στα δύο βασικά του δοκίμια –Pan-Europa (1923) και Πρακτικός Ιδεαλισμός (1925)– ο Κουντενχόβε-Καλέργκι δεν προσδιόρισε επακριβώς το τι εννοούσε με την όρο κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα. Ωστόσο, στο φιλοσοφικό του σύγγραμμα Πρακτικός Ιδεαλισμός, που γράφτηκε για πιο απαιτητικό διανοητικά αναγνωστικό κοινό, επισημαίνει ότι η εβραϊκή πνευματική παράδοση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και, κατ’ επέκταση, οδηγεί στην ενίσχυση των Εβραίων ως μελών της ευρωπαϊκής ελίτ. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι ο Εβραϊσμός έχει εισχωρήσει στους μεγάλους ευρωπαϊκούς Οίκους ευγενών μέσω επιγαμιών και ότι, από πολλές πλευρές, ο Ναός του Σολομώντα προβάλλεται, από τους Σιωνιστές και τους συμμάχους τους, ως αρχετυπικός τόπος λατρείας του Θεού όλων των θρησκειών και πάντως σίγουρα των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ).

    Επίσης, στην προσπάθειά του να αρθρώσει μια νέα μεθοδολογία κοινωνικής ιεραρχίας, ο Κουντενχόβε-Καλέργκι διαίρεσε τους Ευρωπαίους σε δύο κατηγορίες: στους «ανθρώπους της ποσότητας» και στους «ανθρώπους της ποιότητας» και υποστήριξε ότι οι «άνθρωποι της ποιότητας» είναι φορείς «μιας ανώτερης αποστολής» και προέρχονται από τις τάξεις «του αίματος της φεουδαρχικής αριστοκρατίας» και «της εβραϊκής πνευματικής αριστοκρατίας». Αυτό το μείγμα αποτελεί για τον Κουντενχόβε-Καλέργκι τον προπλασμό της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας της νέας εποχής. Ο Κουντενχόβε-Καλέργκι υποστηρίζει ότι η νέα πανευρωπαϊκή αριστοκρατία πηγάζει από τη φεουδαρχική ελίτ και από τον Εβραϊσμό και ειδικότερα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τον Εβραϊσμό, γράφοντας ότι «οι δραπέτες της φυλακής-γκέτο (Εβραίοι) εξελίχθηκαν σε μια πνευματική αριστοκρατία της Ευρώπης», και ακόμη επισημαίνει ως μέλη της εβραϊκής πνευματικής αριστοκρατίας της εποχής του τον Λασάλ (LaSalle), τον Αϊνστάιν (Einstein), τον Μπερξόν (Bergson) και «τον πρόδρομο της σύγχρονης πολιτικής», όπως τον αποκαλεί, Λέοντα Τρότσκι (Leon Trotsky).

    Οι εκλεκτοί «άνθρωποι της ποιότητας», κατά τον Κουντενχόβε-Καλέργκι, πρέπει να εποπτεύουν τους πολλούς «ανθρώπους της ποσότητας». Γράφει για το μέλλον των «ανθρώπων της ποσότητας» ο Κουντενχόβε-Καλέργκι: «Η ευρασιατική-νεγροειδής φυλή του μέλλοντος, παρόμοια ως προς την εξωτερική της εμφάνιση με τους αρχαίους Αιγυπτίους, θα αντικαταστήσει την ποικιλία των λαών με την ποικιλία των ατόμων». Με λίγα λόγια, το σχέδιο Κουντενχόβε-Καλέργκι προβλέπει μια διπλή κίνηση: από τη μια πλευρά, το διαιρεμένο σε ποικίλες εθνοτικές ομάδες «ευρωπαϊκό έθνος» θα συγχωνευθεί με μια πληθώρα άλλων φυλών και εθνοτικών ομάδων, ώστε να μην υπάρχουν συλλογικές (αλλά μόνο ατομικές) ιδιοπροσωπίες, και, από την άλλη πλευρά, η ελίτ θα προσδιορίζεται από την «εβραϊκή αριστοκρατία» και τη γερμανική δύναμη (αναζωογονώντας τον ιμπεριαλισμό των Τευτόνων Ιπποτών).

    Υπάρχει μια εντυπωσιακή συμφωνία μεταξύ του οράματος του Κουντενχόβε-Καλέργκι και των ιδεών του Ασέρ Ζβι Χιρς Γκίνσμπεργκ (Asher Zvi Hirsch Ginsberg), ο οποίος είναι ο ιδεολογικός προπάτωρ του Σιωνισμού και είναι περισσότερο γνωστός με το όνομα Αχάντ Χαάμ (Ahad Haam). Επίσης, το κίνημα «Paneuropa» του Κουντενχόβε-Καλέργκι έλαβε γενναία στήριξη από Σιωνιστές κεφαλαιοκράτες: τον τραπεζίτη Λούις Ροθτσάιλντ (Louis Rothschild), τους τραπεζίτες Πολ και ο Μαξ Γουάρμπουργκ (Warburg) και τον χρηματιστή Μπέρναρντ Μπαρούχ (Bernard Baruch). Σήμερα, το κίνημα «Pan-Εuropa», υπό την επίσημη ονομασία του International Pan-Europa Union, αποτελεί μια ιδιαίτερα ισχυρή διεθνή οργάνωση, η οποία έχει άμεση παρουσία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

    Το 1927, ο Γάλλος «ευρωπαϊστής» πολιτικός και νομπελίστας Αριστίντ Μπριάντ (Aristide Briand) εξελέγη επίτιμος πρόεδρος του Κινήματος Pan-Europa, σε δραστηριότητες του οποίου συμμετείχαν επίσης ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein), ο Τόμας Μαν (Thomas Mann) και ο  Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud). Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι, ήδη το 1939, το αμερικανικό think-tank Council on Foreign Relations (CFR) οργάνωσε ένα πρόγραμμα με τίτλο «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση» στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και ανέθεσε στον Κουντενχόβε Καλέργκι να διδάξει αυτό το πρόγραμμα στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Χρηματοδοτημένο γενναία από το Ίδρυμα Ροκφέλερ (Rockefeller Foundation) και από άλλους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, το CFR επεξεργάστηκε συγκεκριμένα σχέδια για την οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης, ώστε να οικοδομηθεί ένας ευρωατλαντικός γεωπολιτικός και γεωοικονομικός χώρος υπό την ηγεσία μιας ευρωατλαντικής ελίτ. Αυτά τα σχέδια διατυπώθηκαν δημοσίως όταν, το 1946, μια από τις ομάδες μελέτης του CFR, με επικεφαλής τον Ντέιβιντ Ροκφέλερ και τον δικηγόρο Τσαρλς Σπόφορντ (Charles M. Spofford), συνέταξε μια μελέτη με τίτλο Η Ανοικοδόμηση της Ευρώπης (The Reconstruction of Europe), η οποία άσκησε σημαντική επιρροή σε κυβερνητικούς κύκλους των ΗΠΑ.

    Τον Μάρτιο του 1947, μετά από συστηματική πολιτική πίεση που άσκησε ο Κουντενχόβε-Καλέργκι, δύο Αμερικανοί γερουσιαστές, ο Ουίλιαμ Φουλμπράιτ (William Fullbright) και ο Έλμπερτ Τόμας (Elbert D. Thomas), ηγήθηκαν της ψήφισης και από τα δύο Νομοθετικά Σώματα των ΗΠΑ μιας απόφασης που διακηρύσσει ότι «το Κονγκρέσο είναι υπέρ της δημιουργίας των Ηνωμένων Πολιτειών Ευρώπης». Για να προσελκύσουν δημόσια υποστήριξη προς αυτό το ψήφισμα, μέλη του CFR ενορχήστρωσαν μια έντονη επικοινωνιακή εκστρατεία. Στις 17 Μαρτίου, το περιοδικό Life, του οποίου ο εκδότης, ο Χένρι Λους (Henry Luce), ήταν ηγετικό στέλεχος του CFR, έγραψε τα εξής: «η πολιτική μας θα έπρεπε να βοηθήσει τα έθνη της Ευρώπης να ομοσπονδοποιηθούν». Στο ίδιο πνεύμα, ο Σάμερ Ουέλες (Sumner Welles) έγραψε στην εφημερίδα Washington Post, ιδιοκτησίας ενός ακόμη μέλους του CFR, του Εουτζέν Μέγερ (Eugen Meyer), τα εξής: «η Ευρώπη χρειάζεται απελπισμένα μια αποτελεσματική μορφή πολιτικής και οικονομικής ομοσπονδοποίησης». Επίσης, στις 18 Απριλίου, η εφημερίδα The New York Times, που αποτελεί κύριο δίαυλο έκφρασης του δημοσίου λόγου του CFR, δημοσίευσε ένα κύριο άρθρο που διακήρυσσε τα εξής: «Η Ευρώπη πρέπει να ομοσπονδοποιηθεί ή αλλιώς θα χαθεί» («Europe must federate or perish»).

    Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το ευρωατλαντικό κατεστημένο υποστήριξε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με σκοπό να δημιουργήσει έναν ευρωατλαντικό γεωπολιτικό πόλο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και έναν μεγάλο και υποταγμένο ευρωατλαντικό γεωοικονομικό χώρο στην υπηρεσία του πολυεθνικού κεφαλαίου και του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Επίσης, μέσω του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η πάλαι ποτέ Δυτική Γερμανία λειτούργησε ως τοποτηρητής της Ουάσινγκτον τόσο στην Κοινή Αγορά, όσο και στην Ευρώπη γενικότερα. Τον ίδιο ρόλο ανέθεσε, ή ακριβέστερα επέβαλε, η Ουάσινγκτον στην ενωμένη πλέον Γερμανία μετά από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

    Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) φέρει εντόνως τη σφραγίδα του Κουντενχόβε-Καλέργκι, τον οποίο τιμά ιδιαιτέρως ως έναν σημαντικό πνευματικό πατέρα της (το πρώτο πρόσωπο που τιμήθηκε με το βραβείο Καρλομάγνου, δηλαδή με μια από τις κορυφαίες ευρωπαϊκές τιμητικές διακρίσεις που απονέμει η ΕΟΚ/ΕΕ, ήταν ο Κουντενχόβε-Καλέργκι, το 1950). Ο Κουντενχόβε-Καλέργκι πρότεινε το ποίημα του Γερμανού ποιητή Φρίντριχ Σίλερ «Ωδή στη Χαρά», όπως έχει μελοποιηθεί από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, να γίνει ο επίσημος Ευρωπαϊκός Ύμνος. Πράγματι, το 1972, η από τον Μπετόβεν σύνθεση της «Ωδής στη Χαρά» του Σίλερ υιοθετήθηκε ως ύμνος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και, το 1985, οι Ευρωπαίοι ηγέτες την υιοθέτησαν ως επίσημο ύμνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (χωρίς τους στίχους). Το ακαδημαϊκό έτος 1972-1973 στο Κολέγιο της Ευρώπης (Collège d’ Europe) ονομάστηκε έτος Κουντενχόβε-Καλέργκι.

    Τον Νοέμβριο του 2012, το βραβείο Κουντενχόβε-Καλέργκι απονεμήθηκε στον τότε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν φαν Ρομπάι (Herman Van Rompuy), στο πλαίσιο ενός συνεδρίου στη Βιέννη αφιερωμένου στον εορτασμό των 90 ετών από την ίδρυση του Κινήματος «Pan-Europa». Τον Μάιο του 2014, το βραβείο Κουντενχόβε-Καλέργκι απονεμήθηκε στον τότε πρόεδρο του Eurogroup (δηλαδή της επίσημης σύσκεψης των υπουργών οικονομικών της Ευρωζώνης), Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ (Jean-Claude Juncker). Μεταξύ των πολιτικών προσωπικοτήτων της Ευρώπης που έχουν τιμηθεί με το βραβείο Κουντενχόβε-Καλέργκι, περιλαμβάνονται η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (Angela Merkel), το 2010, και η Λετονή πρόεδρος Βάιρα Βίκε-Φραϊμπέργκα (Vaira Vike-Freiberga), το 2006.


Βιβλιογραφία:
Σημείωση: οι ακόλουθες βιβλιογραφικές παραπομπές δεν περιλαμβάνουν  τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τις ενημερωτικές ιστοσελίδες και τις ειδικές φασιστικές εκδόσεις/ομιλίες στις οποίες αναφέρθηκα στην παρούσα μελέτη, διότι αυτές οι πηγές είναι βιβλιογραφικώς τεκμηριωμένες μέσα στη ροή του κειμένου.

Ελληνόγλωσση:
Αποστόλου, Λ., Η Παρωδία της Δίκης των Δοσιλόγων, Αθήνα: Αθήνα: εκδόσεις «Ο Ρήγας», 1945
Βεργόπουλος, Κ., Εθνισμός και Οικονομική Ανάπτυξη: Η Ελλάδα στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα: Εξάντας, 1978
Γεωργαλάς, Γ., Η Προπαγάνδα: Μεθοδική και Τεχνική της Αγωγής των Μαζών, Αθήνα: Γεωργιάδης, 2008 (πρώτη έκδοση 1967)
Γουντχάουζ, Κ., Το Μήλο της Έριδος, Αθήνα: Εξάντας, 1976
Δενδρινός, Α., Εθνοκρατία, Αθήνα: Ελεύθερη Σκέψις
Καλέντζης, Α., Δημοκρατία ’80, Κάτεργο, εκδόσεις Αμηνθύς
Καλέντζης, Α., Η Μαύρη Βίβλος του Κώστα Πλεύρη
Καλέντζης, Α., Παρακρατικοί Χαφιέδες: Η Τελευταία «Εφεδρεία» της Δημοκρατίας, Αθήνα, 2012
Καλέντζης, Α., Σε Εσένα, Αθήνα: Ελεύθερη Σκέψις, 1983
Κλόουζ, Ντ. (επιμ.), Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1943-1950, μτφρ. Γ. Σπανδωνής, Αθήνα: Φιλίστωρ, 2000
Κουσουμβρής, Χ., Γκρεμίζοντας τον Μύθο της Χρυσής Αυγής, Αθήνα: Έρεβος, 2004
Κωστόπουλος, Τ., Η Αυτολογοκριμένη Μνήμη: Τα Τάγματα Ασφαλείας και η Μεταπολεμική Εθνικοφροσύνη, Αθήνα: Φιλίστωρ, 2005
Λάος, Ν., Γεωπολιτικό Εγχειρίδιο, Αθήνα: Εκδόσεις Λεξίτυπον, 2014
Λιάκος, Α., «Η Εμφάνιση των Νεανικών Οργανώσεων, το Παράδειγμα της Θεσσαλονίκης», στα πρακτικά του συμποσίου Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1986
Λιναρδάτος, Σ.Ν., Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, 1963-1967, 5 τόμοι, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 1974-1986
Μαργαρίτης, Γ., Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, 1946-1949, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2000
Μαρκεζίνης, Σ., Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος
Mazower, M., Στην Ελλάδα του Χίτλερ, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1994
Μεταξάς, Ι., Λόγοι και Σκέψεις, 2 τόμοι, Αθήνα: Ίκαρος, 1969
Παπαγεωργίου, Φ., Ahthos Aruris, εκδόσεις Εθνική Σταυροφορία
Πλεύρης, Κ., Η Πολιτική Προπαγάνδα, Αθήνα: Νέα Θέσις
Πλεύρης, Κ., Κοινωνιολογία, Αθήνα: Νέα Θέσις
Πλεύρης, Κ., Ο Αντιδημοκράτης, Αθήνα: Νέα Θέσις
Πλεύρης, Κ., Ο Καπιταλιστής, Αθήνα: Νέα Θέσις
Πλεύρης, Κ., Ρατσισμός: Από το Ψεύδος στην Αλήθειαν, Αθήνα: Νέα Θέσις
Ροδάκης, Π., Δεκέμβρης 1944, Αθήνα: Επικαιρότητα, 1984
Χονδροματίδης, Ι.Π., Η Μαύρη Σκιά στην Ελλάδα: Εθνικοσοσιαλιστικές και Φασιστικές Οργανώσεις στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, μονογραφία, Αθήνα: έκδοση του περιοδικού Στρατιωτική Ιστορία των εκδόσεων Περισκόπιο, 2001

Αγγλόγλωσση:
Agee, P. and Wolf, L., Dirty Work: The CIA in Western Europe, Secaucus: Lyle Stuart Inc., 1978
Banks, M.(ed.), Conflict in World Society, Brighton, Sussex: Harvester, 1984
Berdal, M.R. and Serrano, M., Transnational Organized Crime and International Security: Business As Usual?, Lynne Rienner, 2002
Chouliaras, Y. and Georgakas, D., “Documents: Dispatches of Lincoln Mac Veagh”, Journal of the Hellenic Diaspora, Vol. XII, 1985
Colby, W., Honorable Men: My Life in the CIA, New York: Simon and Schuster, 1978
Engels, F., Herrn Eugen Dührings Unwälzung der Wissenschaft, Berlin: Dietz Verlag, 1975
Ganser, D., NATO’s Secret Armies: Operation GLADIO and Terrorism in Western Europe, New York: Frank Cass, 2005
Gijsels, H., Network Gladio, Leuven: Uitgeverij Kritak, 1991
Goodrick-Clarke, N., Black Sun: Aryan Cults, Esoteric Nazism, and the Politics of Identity, New York: New York University Press, 2002
Griffen, R., ed., Fascism, Oxford: Oxford University Press, 1995
Herman, E.S., “Hiding Western Terror”, Nation, June 1991
Kardel, H., Adolf Hitler Founder of Israel: Israel in War with Jews, Modjeskis Society, 1996
Marx, K., The Civil War in France, περιλαμβάνεται στο: K. Marx and F. Engels, Selected Works in One Volume, London: Lawrence Wishart, 1968
Mazower, M., Salonica, City of Ghosts: Christians, Muslims and Jews, 1430-1950, New York: Random House, 2005
Murtagh, P., The Rape of Greece: The King, the Colonels, and the Resistance, London: Simon & Schuster, 1994
Payne, S.G., A History of Fascism, 1914-1945, Wisconsin: University of Wisconsin Press, 1995
Rothkopf, D., Superclass, Farrar, Straus and Giroux, 2008
Weiner, T., Legacy of Ashes: The History of the CIA, New York: Anchor Books, 2008
Willems, J., Gladio, Brussels: EPO, 1991

Copyright: Νικόλαος Λάος
 
Actgeopolitics 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου