Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

ΟΤΑΝ Ο ΠΟΝΟΣ ΓΙΝΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ

Λίγο πριν μπούμε στην τελική ευθεία για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου, η επίσημη κυβερνητική γραμμή επιμένει ότι τα δύσκολα έχουν περάσει και μπροστά μας βρίσκονται η ανάπτυξη και η συνεπαγόμενη βελτίωση του καταρρακωμένου έως ανύπαρκτου για πολλούς βιοτικού επιπέδου.

 Η έξοδος από το Μνημόνιο και η επιστροφή στις αγορές προβάλλονται διαρκώς ως οι επόμενες κινήσεις που θα σηματοδοτήσουν επιτέλους μια ανοδική πορεία της οικονομίας, τα οφέλη της οποίας υποτίθεται ότι θα αισθανθούν οι Έλληνες στο όχι μακρινό μέλλον. Στο ίδιο πλαίσιο, το πρωτογενές πλεόνασμα, που ακόμη δεν έχει επικυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, θεωρείται απόδειξη της επιτυχίας της ακολουθούμενης πολιτικής και η συζήτηση που γίνεται αφορά στη διανομή του.

Δυστυχώς η τρόικα ούτε αυτό το περιθώριο αφήνει στην κυβέρνηση, αμφισβητώντας τα οικονομικά μεγέθη και αγνοώντας την πολιτική αναγκαιότητα ενόψει ευρωεκλογών. Όχι επειδή δεν πείθεται για το ένα ή δεν καταλαβαίνει το άλλο, αλλά διότι ο σχεδιασμός της είναι μέτρα κι άλλα μέτρα, φόροι κι άλλοι φόροι, βαθύτερη εσωτερική υποτίμηση, μηδενισμός της προσωπικής ακίνητης και άλλης περιουσίας, αποδόμηση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους -κράτους γενικώς- μέχρι να μην μείνει τίποτα που να θυμίζει ότι εδώ κάποτε υπήρχε κανονική χώρα. Με μεγάλα προβλήματα, στρεβλώσεις, διαφθορά κ.λπ., αλλά πάντως χώρα και όχι εργαστήριο πειραμάτων της διεθνούς κερδοσκοπικής αλητείας.

Η εκδοχή του success story στο οποίο επιμένει η κυβέρνηση έχει σημαντικές αδυναμίες, καθώς αποσιωπά σοβαρά προβλήματα που κρατούν την πραγματική οικονομία σε ύφεση και την ανεργία στο 28%. Παραβλέπει, επίσης, το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής, που θα συνεχίσει να δυσκολεύει τη χώρα ακόμη κι αν υποτεθεί ότι θα μπορέσει να αποδεσμευτεί από το Μνημόνιο με τη σημερινή του μορφή. Η κυβέρνηση στέκεται υπερβολικά στο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά δεν εξηγεί για ποιο λόγο μειώνονται σταθερά οι εξαγωγές από τα μέσα του 2013, η αύξηση των οποίων αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ανάκαμψη της οικονομίας, σύμφωνα με το ίδιο το πρόγραμμα που εφαρμόζει. Γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν τη διείσδυση σε ξένες αγορές, αλλά χάνουν έδαφος και στην ελληνική αγορά, ενώ οι μισθοί έχουν κατρακυλήσει; Οι εξαγωγικοί φορείς έχουν επισημάνει μια σειρά από εμπόδια, όπως η έλλειψη ρευστότητας, το υψηλό κόστος δανεισμού, η υψηλή φορολογία, το αφόρητο ενεργειακό κόστος, με το οποίο μόλις πρόσφατα ασχολήθηκε σοβαρά το οικονομικό επιτελείο και αφού η βαριά βιομηχανία της χώρας «χαιρέτησε».

Η ελληνική οικονομία δεν θα απαλλαγεί από το βρόχο που επιβάλλουν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες, επειδή θα συνεχίσει να δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες επιτήρησης που ισχύουν από πέρσι στην ΕΕ, ιδιαίτερα για τις χώρες που έχουν λάβει χρηματοδότηση από την Ευρωζώνη. Εάν δεν υπάρξει, όπως όλα δείχνουν, πραγματικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, η Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει συνεχώς υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα τα επόμενα χρόνια, το οποίο θα κλιμακώνεται από 2,9 δις ευρώ φέτος (1,5% του ΑΕΠ) σε 8,7 δις ευρώ (4,5% του ΑΕΠ) το 2016 και τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να παραμείνει στα επίπεδα αυτά. Είναι φανερό ότι η επίτευξη τόσο υψηλού πλεονάσματος δεν είναι απλώς πολύ δύσκολη, αλλά ως στόχος έχει τεθεί ακριβώς για να μην επιτυγχάνεται ώστε να επιβάλλονται διαρκώς νέα μέτρα λιτότητας και νέοι δανεισμοί, με σκοπό την ολοκληρωτική αφαίμαξη της χώρας και τον οικονομικό εξανδραποδισμό του πληθυσμού.

Πρόγευση για τη σκληρή γραμμή που θα κρατήσει το Βερολίνο στο θέμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετά τις ευρωεκλογές έδωσε το κοινό υπόμνημα που κατέθεσαν η Γερμανία και η Φινλανδία, με το οποίο επέκριναν δριμύτατα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επειδή έδωσε μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο σε έξι χώρες της Ευρωζώνης -μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Ισπανία- για να μειώσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Η Επιτροπή έδωσε στην Ισπανία προθεσμία έως το 2016 και στη Γαλλία έως το 2015 για να φτάσουν στο όριο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δύο χώρες είχαν λάβει μέτρα, αλλά ότι υπό τις συνθήκες ύφεσης που αντιμετώπιζαν οι οικονομίες τους δεν θα μπορούσαν να μειώσουν ταχύτερα το έλλειμμα χωρίς να προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη ύφεση. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στο Βερολίνο (και τον ιπποκόμο του, το Ελσίνκι), που θεώρησε αυθαίρετη την ανάλυση της Επιτροπής και τόνισε ότι «το πλαίσιο της δημοσιονομικής εποπτείας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη σύμφωνα με τους κανόνες βασίζεται στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα… και όχι στα δημοσιονομικά μέτρα». Δηλαδή δεν έχει σημασία αν πεινάτε ή πεθαίνετε, αν έχετε ύφεση επί επταετία, γεν¬κή ανεργία 30% και στους νέους 60% σημασία έχει να επιτύχετε τους δημοσιονομικούς στόχους (πεθαίνοντας).

Την περασμένη εβδομάδα, οι Βρυξέλλες έθεσαν υπό επιτήρηση τη γαλλική και την ιταλική οικονομία. Ο νέος Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι όμως, που είχε ταχθεί κατά των δημοσιονομικών περιορισμών της ΕΕ, ανακοίνωσε ένα μεγάλο πακέτο ελαφρύνσεων στη φορολογία εισοδήματος ύψους 10 δις ευρώ, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα σεβαστεί το όριο του 3% του ΑΕΠ για το έλλειμμα. Επιλογή που η Ελλάδα δεν έχει λόγω Μνημονίου.

Δυσοίωνα είναι τα μηνύματα και από τη Φρανκφούρτη, από την οποία οι αγορές περίμεναν να ανακοινώσει την αγορά ομολόγων από τις χώρες της Ευρωζώνης την περασμένη Πέμπτη, κάτι που τελικά δεν συνέβη.

Δυστυχώς στο ορατό μέλλον δεν φαίνεται πρόθεση αλλαγής πλεύσης από τους δανειστές στην πολιτική τους έναντι της Ελλάδας. Οπότε το βάρος της εξεύρεσης τρόπου απεμπλοκής της χώρας από τη διαδικασία θανάτου στην οποία έχει εγκλωβιστεί με ευθύνη και εγχώριων πολιτικών δυνάμεων πέφτει εκ των πραγμάτων στις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις… Το ποιες από αυτές έχουν ικανότητα, σχέδιο και διάθεση για ένα εθνικό εγχείρημα εξόδου της χώρας από τη σπηλιά του Κύκλωπα -και αν υπάρχουν στην παρούσα φάση τέτοιες δυνάμεις- εναπόκειται στους Έλληνες να το κρίνουν. Οι δανειστές, βέβαια, έχοντας προβλέψει την πιθανότητα αντίδρασης, έχουν φροντίσει να περιορίσουν ασφυκτικά τα όποια περιθώρια κινήσεων ενάντια στη θέληση τους -είτε από την παρούσα είτε από άλλη κυβέρνηση-, έτοιμοι να προβούν σε ωμούς εκβιασμούς και να επιβάλουν υψηλό κόστος.

Το ερώτημα είναι πότε οι Έλληνες θα κρίνουν ότι ο πόνος που υφίστανται, όλο και περισσότερο, όλο και περισσότεροι, είναι μεγαλύτερος από το φόβο ενός μεγαλύτερου πόνου αν αντιδράσουν. Και σε αυτό δεν φαίνεται ότι μπορεί να απαντήσει κανένα πολιτικό κόμμα. Μόνο οι ίδιοι, μόνο αυτοί που πονάνε.

Στρυμών -Επίκαιρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου