Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Η ΖΕΣΤΗ ΑΝΑΣΑ

Δεν του άρεσε ποτέ αυτή η γεροντίστικη ατμόσφαιρα των καφενείων. Περνούσε όμως από κει από συνήθεια. Έμενε κάπου μισή ώρα για να ακούσει και να πει τα ίδια και τα ίδια πάλι. Το βλέμμα του κοίταζε τον περισσότερο καιρό έξω και οι απαντήσεις που έδινε στους συνομήλικους αλλά και  τους μεγαλυτέρους του συνταξιούχους  ήταν μηχανικές . Έτσι κι αλλιώς πολλοί από αυτούς δεν θα θυμούνται καν αν τον είχαν συναντήσει. Ακόμη και η μυρουδιά εκεί μέσα τον απωθούσε. τσιγαρίλα, καφές κακής ποιότητας και γεροντίλα. Αυτή η τελευταία ήταν γι αυτόν η πιο αηδιαστική. 

    Σχεδόν κάθε φορά που περνούσε από εκεί όλο και για κάποιον που έπαθε εγκεφαλικό  ή έμφραγμα ή άνοια, θα μάθαινε. Μόλις τέλειωνε την πορτοκαλάδα του, σηκωνότανε λέγοντας ότι θα πήγαινε στην τουαλέτα με την κλασσική δικαιολογία "ο προστάτης βλέπεις." και την κοπανούσε από κει μέσα.

    Εκείνη την ημέρα ένοιωθε περίφημα. Τα πόδια του αλλά και η ανάσα του τον παρότρυναν να ανοίξει τον βηματισμό του και να πηγαίνει στον δρόμο σχεδόν όπως βάδιζε πριν από χρόνια. Η ευφορία που του έδινε αυτή η κίνηση μόνο με τις φωνούλες των εγγονών του μπορούσε να συγκριθεί. Τώρα είχε και διάθεση να φλερτάρει με το βλέμμα τις κυρίες που συναντούσε στο διάβα του. Το φλερτ ήταν η ζωή του. Από νεαρός  είχε διακριθεί στο σπορ αυτό και ήταν κάτι που μέσα του είχε παραμείνει το ίδιο. Κανένας επηρεασμός από το πέρασμα του χρόνου.

    Έτσι όπως πήγαινε, με έναν ταχύ βηματισμό και ευθυτενής, φθάνοντας σε μια ανηφόρα, δεν μείωσε καθόλου τον ρυθμό του και συνέχισε την διαδρομή. Οι σφυγμοί του άρχισαν να ανεβαίνουν ακόμη πιο πολύ. Θυμήθηκε εκείνη την στιγμή τον καρδιολόγο του που του είχε πει την τελευταία φορά στο τσεκάπ: « Περπάτημα με μέτρο. Να μη ζορίζουμε την καρδιά!»

        «Σιγά το ζόρισμα!» είπε μεγαλόφωνα ξαφνιάζοντας μια κυρία που ερχόταν από απέναντι. Της χαμογέλασε. Έπειτα μόρφασε. Έφερε το χέρι του στο στέρνο. Ζαλίστηκε και έπεσε χάμω στο πεζοδρόμιο. Θέλησε να φωνάξει αλλά δεν έβγαινε η φωνή από το στόμα του. 

     Ένιωθε τις πλάκες του λασπωμένου πεζοδρομίου σκληρές στην πλάτη του . Μετά τίποτα! Λες κι έκλεισε μια αυλαία μπροστά στα μάτια του.

    Τι περίεργο! Ο κόσμος  που διάβαινε την ανηφόρα λες και κείνη την ώρα πήγαιναν όλοι σε κάποια μεγάλη και σημαντική διαδήλωση. Με βιάση προσπερνούσαν το πεσμένο κορμί. Κανείς βέβαια δεν τον πάταγε. Πολλοί τον δρασκελούσαν όμως. 

    Ήταν και κάτι παιδάκια που τα κράταγαν οι μανάδες τους από το χέρι και ρώταγαν με κείνη την αφοπλιστική αθωότητα την παιδική. 
    «Μανούλα γιατί αυτός ο κύριος είναι ξαπλωμένος στον δρόμο; Δεν έχει σπίτι;»
Οι μανάδες με παράξενη βια τράβαγαν το χέρι του παιδιού και με ύφος ταραγμένο ψιθύριζαν  «Προχώρα! Είναι αργά και πρέπει να μαγειρέψω!»

    Ένα αμάξι του Δήμου περνώντας από κει πάτησε με όλο του το  βάρος σε μια νερολακκούβα από τις δεκάδες που είχε πια ο δρόμος στην περιοχή και έλουσε το πεσμένο κορμί με λασπόνερα. 

    Εκείνος λες και βρισκόταν κάπου μακριά και όλα αυτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλον. Ένα μέρος του μυαλού του που μπορούσε ακόμη να επεξεργάζεται πληροφορίες αναρωτιόταν: «Μα που είμαι; Γιατί δεν βλέπω; Γιατί ακούω μονάχα βόμβους;  Γιατί πονάει το στέρνο μου; Γιατί με σφίγγει; Γιατί κρυώνει το πρόσωπό μου;» 

Την ίδια στιγμή, σαν κάτι ζεστό να ακούμπησε στο στήθος του. Κάτι σαν αγκαλιά. Μια ζεστή ανάσα ενώθηκε με την ακανόνιστη δική του. Το παγωμένο του πρόσωπο καλοδέχτηκε την ανάσα που τον ανακούφιζε από το κρύο. 

    Σε λίγο άγρια μουγκρητά τον τρόμαξαν. Δυνατές φωνές ακούστηκαν από κάπου εκεί κοντά  Τα μουγκρητά δυνάμωσαν. Κάτι σαν εκρήξεις γύρω του. Η ζεστή ανάσα που ήταν ακουμπισμένη στο στέρνο του χάθηκε και μαζί της χάθηκε  και ο κόσμος γύρω του.
    
    Όταν άνοιξε τα μάτια του όλα ήταν λευκά, τόσο λευκά που προτιμούσε το σκοτάδι από όπου βγήκε. Ένιωσε μια παρουσία δίπλα του. Ξανάνοιξε τα μάτια. Γύρισε το κεφάλι του προς το φως που έμπαινε από ένα παράθυρο και είδε μια οπτασία βυθισμένη στο φως του ήλιου. Η οπτασία έσκυψε και τον πλησίασε και ένα χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό της.
    «Επί τέλους γύρισες!» είπε η φωνή της γυναίκας του και ένα φιλί ακούμπησε στο πρόσωπο του.

    Αργότερα που ήρθε ο καρδιολόγος, του είπε ότι όλα θα πήγαιναν καλά αρκεί να μην έκανε παλικαριές στην ηλικία του. 
    «Θυμάσαι τίποτα από κείνες τις στιγμές;» ρώτησε
Εκείνος καθάρισε τον λαιμό και με φωνή ακόμη αδύναμη, είπε:
    «Το μόνο που θυμάμαι ήταν πως όση ώρα ήμουν πεσμένος χάμω κάποιος ήρθε  εκεί με αγκάλιασε  και με ζέσταινε. Μετά άκουσα φωνές, κάτι μουγκρητά, εκρήξεις και.... τίποτα.»
    «Τι κρίμα! Αλλά δεν γινότανε αλλιώς! Δεν άφηνε να σε πλησιάσουν και τον σκότωσαν με πιστόλι!»
Εκείνος αναστατώθηκε που είδε ανησυχία στο πρόσωπο του γιατρού. 
    «Τον σκότωσαν; Ποιοι; Ποιόν σκότωσαν;»
    «Ω! Μην ανησυχείς. Τίποτα. Οι αστυφύλακες σκότωσαν τον σκύλο που ακουμπούσε πάνω σου!»
    «Η  ζεστή ανάσα!» είπε εκείνος με δάκρυα στα μάτια..

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου