Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ

Ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει τον δρόμο του μόνο στο φως του φεγγαριού. Τιμωρία του είναι ότι βλέπει το ξημέρωμα πριν τον υπόλοιπο κόσμο. - ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

Αυτή είναι και η κατάρα του! Η πιο γλυκιά και πικρή συνάμα, η πιο αποκηρυγμένη και γι'αυτό ανεκτίμητης αξίας, η πιο επικίνδυνη και γι'αυτό άξια μόνο για όσους αντέχουν να τη βαστάξουν, η πιο μαγική και συνάμα απαιτητική, η πιο δύσκολη να περιγραφεί με τη συνηθισμένη μορφή ανθρώπινης έκφρασης, κατάρα του κόσμου ετούτου. 

Αλλά τι θα'τανε ο κόσμος χωρίς τους "καταραμένους" του; Αν όχι καταδικασμένος, από πολύ παλιά,  σε έλλειψη οξυγόνου και σε  πλήρη μαρασμό;

 Ονειροπόλοι είναι αυτοί που, με τις (μυστηριώδεις για την κοινή λογική) ενοράσεις και τα όνειρά τους και τη διάθεσή τους να γυρέψουν την εκπλήρωσή τους, επιτρέπουν ακόμα στη γη να γυρνάει!


Oνειροπόλοι είναι αυτοί που βλέπουν όσα οι πιο πολλοί αδυνατούν ή αρνούνται να δουν, γιατί δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη βολή του δοσμένου, καθιερωμένου πλαισίου. Αυτοί που ανακαλύπτουν τις εικόνες πίσω από τις εικόνες ή ανοίγουν το δρόμο προς νέους κόσμους εκεί όπου οι παλιοί αργοπεθαίνουν και σβήνουν. 


Αλλά αυτό έχει πάντα τίμημα και τις περισσότερες φορές πολύ σκληρό.


Ονειροπόλοι είναι κι αυτοί που συχνά οδηγούνται στο γλυκόπικρο καταφύγιο της μοναξιάς και στην τρέλα που επίσης συχνά συνοδεύει την "ιερή μέθη" τους. Αυτοί που, διόλου σπάνια, συντρίβονται κάτω από όλη την κακότητα, τη μικροψυχία και το φθόνο που ξεχειλίζει στον κόσμο. 


Αλλά και αυτοί οι οποίοι σαν τους τρελούς αλήτες που σέρνονται από μια πλανεύτρα εσωτερική μούσα: "ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό" (να θυμηθούμε και τον
 Τζακ Κέρουακ στο βιβλίο του "on the road")

Και αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ότι... " ο ταξιδιώτης παίρνει μονάχα ένα δρόμο. Ο ονειροπόλος τους παίρνει όλους. "(Julos Beaucarne)

πηγή

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΑΡΑΓΕΙ ΠΙΣΤΟΥΣ ΥΠΗΡΕΤΕΣ

Το Σχολείο Παράγει Πιστούς Υπηρέτες (του Χριστού – Γιαχβέ)

Η σχολική μάθηση είναι μια σκόπιμη ενέργεια και αποβλέπει στο να παράγει ανθρώπους που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της δοσμένης κοινωνικής οργάνωσης, μα πρώτα από όλα να εξυπηρετεί το συμφέρον των ανθρώπων που έχουν το επάνω χέρι σε αυτή την κοινωνία. Το σχολείο μπορεί να προσφέρει γνώσεις που να έχουν σχέση με την παραγωγή υλικών αγαθών, γνώσεις που να αυξάνουν την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας, να παράγει στελέχη για να διοικούν την δοσμένη κοινωνία, ποιητές να την υμνούν, παπάδες να την ευλογούν.

Αλλά πουθενά και ποτέ σχολείο δεν έθεσε ως στόχο του να παράγει νεκροθάφτες της κοινωνίας που το συντηρεί και θα αποτελούσε παραλογισμό να ισχυριστούμε πως το σχολείο δεν είναι πιστός υπηρέτης αυτής της κοινωνίας.

Παίρνοντας αυτό ως δοσμένο, γίνεται φανερό πως τίποτα δε μπορεί να ειπωθεί για το σχολείο, χωρίς να γίνει πρώτα ανάλυση των οικονομικών αναγκών της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτό λειτουργεί. Και αντιστρόφως, μελετώντας το σχολείο και τον άνθρωπο που αυτό θέλει να φτιάξει, πολλά μπορούμε να καταλάβουμε για την κοινωνία όπου λειτουργεί το σχολείο. Για όλα αυτά, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τούτη την περίοδο και τον κάτοικο του τόπου μας, είμαστε υποχρεωμένοι να αναλύσουμε παράλληλα την οικονομία, την κοινωνία και το σχολείο της.

Η μορφολογία του ελληνικού εδάφους ευνοεί την ανάπτυξη θαλάσσιων μεταφορών και ανέκαθεν οι Έλληνες ήταν επιδέξιοι ναυτικοί και έμποροι. Επί τουρκοκρατίας ενα μεγάλο μέρος του εμπορίου που γινόταν στη Μεσόγειο πέρασε στα χέρια των Ελλήνων και τα μικρά μας ξερονήσια γίνανε Μικρές Αγγλίες. Το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο αναπτύχθηκε συγχρόνως με το διεθνές εμπορικό κεφάλαιο, γι’ αυτό και ήταν εξίσου ανταγωνιστικό με αυτό και μεγάλωνε τουλάχιστον με τον ίδιο ρυθμό που αυξανόταν το διεθνές εμπόριο.

Όμως, εδώ θα πρέπει να κάνουμε τρεις παρατηρήσεις σχετικά με τούτο το εμπορικό κεφάλαιο.
α) Όλοι τούτοι οι πάμπλουτοι έμποροι δεν βρίσκονταν μέσα στον ελληνικό χώρο, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά την Επανάσταση. Στην πραγματικότητα μόνον ένα μικρό μέρος από αυτούς βρισκόταν μέσα στην Ελλάδα, ενώ η μεγάλη τους πλειοψηφία βρισκόταν στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μαύρης θάλασσας, στην Αίγυπτο και αλλού.
β) Το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο είχε δέσει την προκοπή του με τις οικονομικές δραστηριότητες άλλων λαών και έτσι κάθε οικονομική κρίση στη διεθνή οικονομία είχε άμεσο αντίκτυπο σε αυτό.
γ) Το εμπορικό κεφάλαιο, από τη φύση του, δεν επηρεάζει αποφασιστικά την κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί, δε δένεται μαζί της, συμβιώνει σχεδόν παράλληλα με αυτή χωρίς να της επιφέρει ριζικές αλλαγές.

Εκείνο που φέρνει ριζικές αλλαγές μέσα σε μια κοινωνία είναι το βιομηχανικό κεφάλαιο.

Μα αυτό, αν και έπιασε μαγιά σχετικά νωρίς, άργησε απελπιστικά να κυριαρχήσει στην Ελλάδα, διότι, όταν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα ξεφύτρωναν οι πρώτες βιοτεχνίες, η Αγγλία είχε ήδη γίνει «το εργαστήρι του κόσμου» και με τις φθηνές τιμές της έκλεινε κάθε βιοτεχνία ανά τον κόσμο πριν προλάβει να ριζώσει.

Επίσης σ’ αυτή την περίοδο κυβερνούν την Ελλάδα πότε το γαλλικό και πότε το αγγλικό κόμα, άρα είναι φυσικό να ανακόπτουν με κάθε τρόπο τη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας. Έτσι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως εκατό χρόνια μετά την Απελευθέρωση, μέχρι το 1920, η Ελλάδα δεν είχε αποκτήσει αξιόλογη βιομηχανία, πως η ελληνική κοινωνία του 1920 δε διέφερε και τόσο από αυτή του 1830.


Η κατάσταση της αγροτικής οικονομίας ήταν περίπου η εξής

Τα κτήματα που πριν από την απελευθέρωση τα είχαν οι Τούρκοι, τώρα τα πήρε το ελληνικό κράτος και η εκκλησία,  ονομάστηκαν «εθνικαί γαίαι» και αποτελούσαν περίπου το 80% της καλλιεργήσιμης έκτασης, ενώ συμπεριλάμβαναν αναγκαστικά τις πιο εύπορες περιοχές διότι αυτές κατείχαν οι Τούρκοι. Τα υπόλοιπα 20% ήταν τσιφλίκια, αλλά και λίγα ιδιωτικά. Οι ανεξάρτητοι μικροκαλλιεργητές ήταν λίγοι και σίγουρα δεν είχαν καμιά οικονομική και κατά συνέπεια πολιτική δύναμη. Εργάτες και τεχνίτες σχεδόν δεν υπήρχαν, αφού δεν υπήρχε βιομηχανία και βιοτεχνία.

Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε τεράστιες διαφορές από τα τότε ευρωπαϊκά κράτη. Στην Ευρώπη η αστική τάξη αναπτύχθηκε, μπήκε μπροστά, πάλεψε ενάντια στη φεουδαρχία, ενάντια στο εκκλησιαστικό κράτος και νίκησε. Μετά τη νίκη της, για να εξασφαλίσει όσο γινόταν καλύτερα τα συμφέροντά της, έφτιαξε το κράτος της έτσι ώστε να βοηθηθεί από αυτό να απλωθεί στην εθνική και στην παγκόσμια αγορά. Έφτιαξε το σχολείο της, νομοθέτησε.

Εδώ στην Ελλάδα η ιστορία κινήθηκε τελείως διαφορετικά. Ποτέ οι Έλληνες αστοί δεν ωρίμασαν, δεν μπήκαν επικεφαλείς του ελληνικού λαού για να πολεμήσουν ενάντια στη φεουδαρχική, εκκλησιαστική εξουσία. Εδώ ο αγώνας ενάντια στους Τούρκους ήταν εθνικοαπελευθερωτικός. Σίγουρα οι Έλληνες αστοί, έμποροι και εφοπλιστές πολέμησαν τον Τούρκο, αλλά, αφού έφυγε ο Τούρκος, αυτοί δεν ήταν έτοιμοι να αναλάβουν την εξουσία. Γι ’ αυτό και εδώ δεν φτιάξαμε κράτος αστικό και μοντέρνο.

Η μόνη οργανωμένη δύναμη που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά την Παιδεία των Ελλήνων ήταν η Εκκλησία της Ελλάδας, διότι αυτή διέθετε: α) μεγάλη οικονομική δύναμη χάρη στα απέραντα τσιφλίκια της και β) τεράστια διοικητική εμπειρία που είχε αποκτήσει στα χρόνια της σκλαβιάς, κυρίως, χάρη στα προνόμια που της παραχώρησε ο Μωάμεθ ο Πορθητής, τρεις μέρες, μετά την πτώση της Πόλης.

Έτσι η Εκκλησία έκανε κουμάντο στο ελληνικό σχολείο από την απελευθέρωση και δώθε και «κατόρθωσε να έχει αυτή το βέτο (veto) σε όλες τις πνευματικές επιδιώξεις της αστικής τάξης». Το αρμόδιο υπουργείο για τα σχολεία ονομάστηκε μετά την απελευθέρωση Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Παιδείας, αργότερα ονομάστηκε Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας, τώρα ονομάζεται Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στην εκπαίδευση των Ελλήνων, για την εποχή που μιλάμε φαίνεται ακόμα πιο καθαρά από τούτα τα δυο παραδείγματα: α) Όποιος ήθελε να γίνει δάσκαλος έπρεπε, σύμφωνα με το ψήφισμα στις 25-11-1864, να πάρει «… απόδειξιν της οικίας εκκλησιαστικής και δημοτικής αρχής ότι είναι θρησκευτικώς άξιος του επαγγέλματος του δημοδιδασκάλου»· και β) Το 1874 η Ιερά Σύνοδος έστειλε γράμμα στον ελληνικό Διδασκαλικό Σύλλογο, που μόλις είχε ιδρυθεί, με τον τίτλο: «Το έργον της εκπαιδεύσεως ουδενί άλλω αρμόζει ή τοις ιερεύσι»

Μελετώντας το ελληνικό σχολείο από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα το πρωί, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως αυτό είχε τρία χαρακτηριστικά:
α) Την περιφρόνηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης,
β) Την επιμονή να μη μιλάμε στο σχολείο τη γλώσσα που μιλάμε στο σπίτι και
γ) Τη συστηματική σιωπή του απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ή τις μισές αλήθειες και τα κούφια λόγια σχετικά με αυτόν.

Η πρακτική και επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα έμεινε περιθωριακή, τουλάχιστον, μέχρι το 1930. Ενώ στη Δύση τα σχολεία ήταν χωρισμένα σε πρακτικά και θεωρητικά, στην Ελλάδα αυτός ο χωρισμός ήρθε με καθυστέρηση πάνω από εκατό χρόνια και μάλιστα διαστρεβλωμένος. Στην Ελλάδα το δημοτικό ετοιμάζει, το παιδί για το γυμνάσιο, το γυμνάσιο το ετοιμάζει για το πανεπιστήμιο και κανένα για τη ζωή. Ο Έλληνας ποτέ μα ποτέ δεν έμαθε στο σχολείο να φτιάχνει κάτι με τα χέρια του. Και δεν έμαθε γιατί ποτέ δεν έφτιαξε τεχνική εκπαίδευση. Και δεν έφτιαξε επαγγελματική εκπαίδευση, διότι εξ αιτίας διεθνών συγκυριών αλλά και λόγω εθνικών πολιτικών χειρισμών, ο καπιταλισμός στην Ελλάδα, αν και έπιασε μαγιά πάρα πολύ γρήγορα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν μπόρεσε να ριζώσει.

Οι μόνες σχεδόν «τεχνικές» σχολές που οργανώθηκαν στην Ελλάδα ήταν: Με το διάταγμα στις 26-1-1837 «… αποφασίζομεν και διατάττομεν τα ακόλουθα. Συσταίνεται εις Αθήνας σχολείον ψαλτικής εις το οποίον εμπορούν να διδάσκονται ανεξόδως όσοι έχουν κλίσιν εις την ψαλτικήν». Δεύτερον, με το διάταγμα στις 8-4-1867 συσταίνονται ναυτικές σχολές εις Ερμούπολιν, εις Ύδρα, εις Σπέτσες, εις Γαλαξείδιον εις Αργοστόλιον. Επίσης, με το διάταγμα 22-2-1882 ιδρύονται ναυτικές σχολές όπου θα εκπαιδεύονται οι νέοι για το επάγγελμα του εμποροπλοιάρχου. Όπως βλέπουμε, τα μόνα σχολεία που φτιάχνονται είναι αυτά που εξυπηρετούν την Εκκλησία και το εμπορικό κεφάλαιο.

Κανένα σχολείο για το βιομηχανικό κεφάλαιο.

Φτάνουμε στα 1857 και η Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη να φτιάξει ούτε ένα σουγιά. Και όμως στην Αγγλία κυκλοφορούν τρένα από το 1823. Η παραγωγή του κάρβουνου στην Αγγλία, ενώ το 1825 ήταν 20 εκατομμύρια τόνοι, το 1850 ήταν 65 εκατομμύρια. Η βιομηχανική παραγωγή της Αγγλίας εξαπλασιάστηκε από το 1820 μέχρι το 1880. Και η παραγωγή κάρβουνου στην Γαλλία από το 1815 μέχρι το 1845· εφταπλα-σιάστηκε, ενώ οι εισαγωγές της σε κάρβουνο την ίδια εποχή δεκαπλασιάστηκαν.

Την εποχή που μιλάμε το εργοστάσιο στη Δύση ήταν ό,τι ήταν τα μοναστήρια το μεσαίωνα: Κέντρα οικονομικής, πολιτικής, πολιτιστικής εξουσίας. Στη Δύση υπάρχουν στρατιές εργατών και είναι σε τούτες τις στρατιές ακριβώς που απευθύνεται ο Μαρξ το 1848 με το Κουμουνιστικό Μανιφέστο και τους καλεί να πάρουν την εξουσία, ενώ εμείς εδώ στην Ελλάδα είχαμε και δεν είχαμε έναν εργάτη σε κάθε εκατό κατοίκους και το κράτος το επίσημο, το 1854 κυνηγούσε το λήσταρχο Νταβέλη στον Παρνασσό.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του ελληνικού σχολείου τούτης της περιόδου, όπως είπαμε, ήταν η επιμονή του στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Έχει ειπωθεί και είναι πέρα για πέρα αλήθεια, πως το όνειρο της ζωής του κάθε γονιού ήταν να ακούσει μια φορά το γιο του να μιλά και να μην καταλαβαίνει ούτε λέξη και τούτο γιατί εδώ στην Ελλάδα ποτέ δε μιλήσαμε για να συνεννοηθούμε. Πάντα μιλούσαμε για να ξεχωρίσουμε, για να δείξουμε την κοινωνική μας θέση. Την ίδια εποχή που άλλοι λαοί έδιναν κοινωνικούς αγώνες για να αποφασίσουν τι θα διδάξουν τα παιδιά τους και με ποια μέθοδο, εμείς εδώ τσακωνόμασταν για 150 χρόνια για να αποφασίσουμε σε ποια γλώσσα θα μιλάμε στα δικά μας παιδιά. Έτσι δε βρήκαμε την ευκαιρία να τα διδάξουμε το παραμικρό.


Ακούστε τι λέει ο Βιζυηνός στα 1860

“Βρισκόμαστε σε κάποια επαρχιακή πόλη που είχε πολλές μηλιές. Κάποιος πιτσιρικάς που του άρεσαν πολύ τα μήλα, κάθονταν ώρες και παρατηρούσε τις μηλιές. Ειδικά την εποχή της ανθοφορίας τις θαύμαζε περισσότερο και αναρωτιόταν: Τι πράγμα είναι αυτή η μηλιά; Πώς φυτρώνει; Πώς πολλαπλασιάζεται, κ.τλ., κ.τ.λ… Κάποτε ήρθε στο σχολείο ένας δάσκαλος καινούριος και αφού πήγε τα παιδιά για αγγαρεία στον κήπο της μητρόπολης, που κι εκεί είχε πολλές μηλιές, ο πιτσιρικάς πλησιάζει το δάσκαλο και το ρωτά: Τι πράγμα είναι τούτη η μηλιά, δάσκαλε; Και ο δάσκαλος απαντά: Δεν είναι μηλιά, είναι μηλέα. Μηλέα τη λένε, όχι μηλιά. Και συνεχίζει ο Βιζυηνός: Δεν είναι καθόλου τιμητικό για το γένος των δασκάλων, να σας διηγηθώ πόσες φορές τιμωρήθηκα για να πω σώνει και καλά πως η μηλιά είναι μηλέα. Και προσθέτει ο Βιζυηνός: Πάντως η μηλιά δεν έγινε μηλέα και εγώ με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα έμεινα χωρίς να μάθω στο σχολείο τι πράγμα είναι η μηλιά”.
Και φθάνουμε στα 1864 και βλέπουμε πως στην πρώτη δημοτικού οι 16 από τις 24 ώρες του σχολείου αφιερώνονται στα αρχαία ελληνικά και στα θρησκευτικά. Από το 1867 μέχρι το 1884 τα 55% του χρόνου τα αφιέρωναν στα αρχαία και στα λατινικά, ενώ η καθαρεύουσα, η επίσημη γλώσσα του κράτους, δε διδασκόταν καθόλου μέχρι το 1884.

Και μη νομίσουμε πως οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν. Ήδη στα 1823 διαβάζουμε: Ποια είναι το όντι τα καλά μαθήματα; Τις η καλή μέθοδος; «… πρώτον δίδουν εις τας χείρας των παιδιών βιβλία γραμμένα εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν, τα οποία δεν καταλαβαίνουν ουδ’ οι παλαιότεροι παιδαγωγοί. Και τούτα τα βιβλία είναι Οκτάηχος, Ψαλτήριον, Απόστολος, βιβλία λέγω υψηλά και θεολογικά τα οποία, αν και καθ’ υπόθεσιν τα εννοεί ο δάσκαλος, εις τα πνεύματα, όμως των παιδιών είναι ακατάληπτα. Εξοδεύουν τα δυστυχή παιδία δυο και τρεις χρόνους, χωρίς να μάθωσι άλλω παρά μηχανικώς ν’ αναγιγνώσκουσι και τούτο στραβά και διεστραμμένα. Δεν αποκτούν σε όλον τούτον τον καιρόν καμίαν αλήθειαν ούτε ηθικήν ούτε φυσικήν και από τοιούτους πολυχρονίους και άκαρπους κόπους ταπεινώνεται ο νους, συνηθίζει εις την ακρισίαν και το φοβερότερον ακόμα, λαμβάνει μίσος και απέχθεια εις την μάθησιν.

Τα Ελληνόπουλα, λοιπόν, μάθαιναν «μηχανικώς να αναγιγνώσκουσι». Και για να καταλάβουμε τι ακριβώς θα πει αυτό θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα, που είναι παρμένο από το βιβλίο του Παπαδιαμάντη. «Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΑ» Ο  δάσκαλος εξετάζει εις την γεωγραφίαν και ερωτά έναν μαθητήν: Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος; Και ο μαθητής του απαντά: Επτά. Ειπέ μου κι ονόματα των επτάν νήσων. Και ο μαθητής του απαντά με μιαν ανάσα: Κέρκυρα Κορφοί Λεύκάς Αγία Μαΰρα Παξοί Ιθάκη Κεφαλληνία Ζάκυνθος και Κύθηρα Τσερίγιον. Πολύ καλά, του λέγει ο δάσκαλος. Τότε, ένας μαθητής σηκώνει το χέρι και ρωτάει το δάσκαλο: Αφού είπαμε πως τα Εφτάνησα είναι εφτά γιατί βγαίνουν δέκα; Και άρχισε να μετράει: Κέρκυρα, Κορφοί, Κύθηρα, Τσερίγιον… Και όλοι οι μαθητές γελούσαν με την πολυμάθειαν του συμμαθητή τους.

Και παρατηρεί ο Παπαδιαμάντης: «Το βέβαιον είναι πως οι μαθητές ουδέποτε είχαν υποπτευθεί ότι είχαν οιανδήποτε έννοια αι λέξεις, όσαι ήταν τυπωμένοι εντός των βιβλίων των». «Οι μαθηταί, ουδόλως εγίγνωσκον νά ανεγίγνωσκον»  Με άλλα λόγια θα μπορούσαν οι μαθητές να διαβάσουν πως μέσα σε μια αίθουσα υπάρχουν είκοσι μαθητές και μετά να τους ρωτήσεις να σου πούνε πόσοι μαθητές λέει το βιβλίο πως υπάρχουν μέσα στην αίθουσα και να μην ξέρει κανείς να απαντήσει. Αυτό θα πει να αναγιγνώσει κανείς μηχανικώς και έτσι μάθαιναν τα Ελληνόπουλα για 150 χρόνια μετά την απελευθέρωση.

Να γιατί ο Έλληνας μίσησε το διάβασμα, να γιατί τα ξέρουμε όλα, να γιατί η νοικοκυρά αντί να διαβάσει τις οδηγίες χρήσης για το καινούριο της πλυντήριο τηλεφωνεί στην κουμπάρα της να της τα εξηγήσει. Να γιατί ο αγρότης, αν και τέλειωσε κάποτε το γυμνάσιο, αντί να διαβάσει τις οδηγίες χρήσης για το καινούριο μηχάνημα που αγόρασε προσπαθεί να το βάλει αμέσως μπρος και, επειδή αυτό δεν υπακούει, αρχίζει και βρίζει θεούς και δαίμονες.

Οι προκλήσεις της ιστορίας είναι πολλές και πιο πολλές στα σίγουρα θα είναι οι εκπλήξεις της. Εμείς θα πρέπει να απαντήσουμε σε αυτές σαν τον Οιδίποδα: με τον Άνθρωπο. Να φτιάξουμε ολόκληρο τον Άνθρωπο. Άνθρωπο ευκίνητο και τολμηρό. Ευκίνητο για να αρπάξει την ιστορία από το χαλινάρι της και τολμηρό για να κάνει τις δομές της κοινωνίας δούλες του ανθρώπου.

@ «Πορεία προς τον άνθρωπο» – Παν. Πούλος/πηγή

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΑΤΟΜΟ, ΑΤΟΜΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

                                                                                                                                                 Γράφει ο Κώστας Λάμπου
   
  Το γεγονός της ατομικής ιδιοκτησίας σε παγώνει   για πάντα στο «Εγώ» και σε διώχνει για πάντα από το «Εμείς».
Τζον Στάινμπεκ[2]

Αν είμαι ό,τι έχω και αν ό,τι έχω έχει χαθεί, τότε ποιος είμαι;
Έριχ Φρομ[3]

Η ιδιοκτησία σκλαβώνει. Ανήκεις
σε ό,τι σου ανήκει.
Νίκος Δήμου[4]

Με τον όρο ατομική θεωρία στη Φυσική, οι θεμελιωτές της Λεύκιππος και Δημόκριτος, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τη λειτουργία της Φύσης και του κόσμου, υποστήριξαν πως η ύλη, άρα και ο κόσμος, συγκροτείται από άπειρο πλήθος στοιχειωδών αδιάσπαστων, άτμητων σωματιδίων. Έκτοτε αυτή η θεωρία επιβεβαιώνεται απόλυτα, εμπλουτίζεται συνεχώς και συμπληρώνεται από τη σύγχρονη επιστήμη. Ας κρατήσουμε μόνο δύο έννοιες, ότι ο κόσμος αποτελείται από άτομα και ότι τα άτομα δεν επιδέχονται περαιτέρω τομή και αλλοίωση της οντότητάς τους, διευκρινίζοντας ότι η «σχάση, η διάσπαση του ατόμου» δεν είναι τομή σε μικρότερα άτομα, αλλά βίαιη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια.

Ο Αριστοτέλης, όπως είναι γνωστό, υποστήριζε ότι «το Όλον είναι πρότερο από τα μέρη», που σημαίνει ότι το τετράποδο ζώον έγινε δίποδο και σκεπτόμενος άνθρωπος μέσα στην αγέλη, στη συλλογικότητα που συσσώρευε εμπειρίες γενεών, Γνώση και φαντασία, με τις οποίες εξελίχθηκε σταδιακά σε ομάδα-κοινότητα, σε κοινωνία και δεν συνέβη το αντίστροφο, δηλαδή ότι το ζώον έγινε από μόνο του άνθρωπος και στη συνέχεια αυτό συγκρότησε την κοινότητα. Οι συνήγοροι της ατομικής θεωρίας στην κοινωνία παραγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα και εντελώς αυθαίρετα υποστηρίζουν ότι το άτομο, δηλαδή ο άνθρωπος, προηγείται της κοινωνίας και συνεπώς είναι τάχα μοναδικός[5], ανεξάρτητος από τον κόσμο του, δηλαδή από την κοινωνία του, και ότι η απόκτηση ατομικής ιδιοκτησίας αποτελεί θεμελιακό, φυσικό και ιερό δικαίωμα του ατόμου, γιατί τάχα η ατομική ιδιοκτησία προσφέρει στον κάτοχό της ασφάλεια και ελευθερία. Με τέτοια παραμύθια συνεπικουρούμενα από την όποια θρησκευτική πανούκλα καταφέρνουν να αποκόπτουν το άτομο από την κοινωνία, από το Εμείς του, δηλαδή, από τον φυσικό του χώρο που του προσφέρει ασφάλεια και ελευθερία ως εγνωσμένη αναγκαιότητα και να μετατρέπουν κάποιους λίγους σε ασύδοτους λύκους και τους πολλούς σε σφαχτάρια πρόβατα.

Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να είναι πολύ διαφορετική, γιατί το κοινωνικό, όπως και το φυσικό, άτομο οφείλει την ύπαρξή του στον κόσμο του, δηλαδή σε ένα πλήθος οργανωμένων ατόμων, σε κάποιο Εμείς, από το οποίο αντλούν το Εγώ τους. Η ολιστική κοινωνιολογική προσέγγιση «δεν θεωρεί κατά κανένα τρόπο ότι οι κοινωνικές ολότητες σύγκεινται από τα επιμέρους άτομα, αλλά αντίθετα κατανοεί το άτομο ως μέλος του κοινωνικού συνόλου. Δεν υπάρχουν απομονωμένα, συγκεντρωμένα στον εαυτό τους άτομα που συνέρχονται σε κοινωνία με σύμβαση την πραγμάτωση των ατομικών τους σκοπών, αλλά “συναρθρώνεται” το σύνολο του συλλογικού όντος και τα χωριστά άτομα αντλούν μόνο από αυτό την υπόστασή τους. […] Θεωρίες περί φυσικού δικαίου και “κοινωνικού συμβολαίου” αποτελούν παραδείγματα ατομιστικού τρόπου σκέψης»[6]. Και ενώ το «φυσικό άτομο» δεν διεκδικεί να αποκοπεί από τον κόσμο του και πολύ περισσότερο δεν διεκδικεί να αποσπάσει τμήμα του κόσμου του και να το καταστήσει «προσωπική» του ιδιοκτησία, οι θεωρητικοί του «κοινωνικού άτμητου ατόμου» αυθαιρετούν υποστηρίζοντας ότι το υποτιθέμενο άτομό τους, ο άνθρωπος, μπορεί να αποσπά από την κοινωνία του και να καθιστά ατομική του ιδιοκτησία όσα άλλα άτομα μαζί με όσο μεγαλύτερο τμήμα της Φύσης μπορεί, για να νιώσει ασφάλεια και ελευθερία. Το γεγονός ότι τα υπόλοιπα άτομα χάνουν με αυτόν τον τρόπο την ασφάλεια, την ελευθερία αλλά και την κοινωνική και ατομική τους υπόσταση φαίνεται να μην ενδιαφέρει τους κατασκευαστές αυτής της ψευτοθεωρίας.

Φαίνεται όμως ότι και τα άτομα που απέκτησαν με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο ατομική ιδιοκτησία δεν κατάφεραν να νιώσουν ασφαλή και ελεύθερα, όχι γιατί τα απειλούν οι χειραγωγημένοι δούλοι τους και οι στρατιές των παραιτημένων, μοιρολατρών ακτημόνων, αλλά γιατί η ατομική ιδιοκτησία τους απειλείται από άλλες ατομικές ιδιοκτησίες που λυσσασμένα θέλουν να μεγαλώσουν τρώγοντας τις άλλες για να αισθάνονται πιο ασφαλείς και περισσότερο ελεύθεροι οι κάτοχοί τους. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ ατομικών ιδιοκτησιών, δηλαδή μεταξύ κεφαλαίων, τελικά κάνει τους κατόχους τους περισσότερο ανασφαλείς και λιγότερο ελεύθερους, γιατί κάθε στιγμή βλέπουν κάποιον από τους ομοίους τους να τους απειλεί ή να πτωχεύει, να απαλλοτριώνεται από τους ανταγωνιστές του ή να οδηγείται στη φυλακή για χρέη, και για να επιβιώσουν γίνονται μοναχικότεροι, επιθετικότεροι και όλο και περισσότερο αντικοινωνικοί και δυστυχισμένοι, που σημαίνει ότι γίνονται υπηρέτες εγωιστικών ψευδαισθήσεων και πραγμάτων που τους ρημάζουν τη ζωή.

Χάνοντας τον συναισθηματικό, τον κοινωνικό, τον πνευματικό, τον ιστορικό συλλογικό πλούτο τού Εμείς, αναζητούν την ευτυχία, την ασφάλεια, την ελευθερία στον ιδιωτικό υλικό πλούτο τού Εγώ, που σε σύγκριση με αυτόν των ανταγωνιστών είναι πάντα λίγος και πρέπει να μεγαλώσει με κάθε τρόπο, ακόμα και με το έγκλημα και με τον πόλεμο. Η γκλαμουριά, η πολυτέλεια, η «χρυσόσκονη» και η προκλητική σπατάλη συμπληρώνονται από στρατιές καλοπληρωμένων σωματοφυλάκων, από την απομόνωση, την έκλυτη ζωή και την ευρύτατη χρήση ουσιών και οινοπνεύματος, για να νιώσουν λίγη ασφάλεια και να υποκαταστήσουν την ευτυχία που τους λείπει. Αδυνατούν ακόμα και να γελάσουν αυθόρμητα, γιατί οι φροντίδες της ατομικής ιδιοκτησίας τους τούς στέρησαν την ικανότητα να γελούν, να αγαπούν και να ερωτεύονται χωρίς να «νικούν», χωρίς να πλουτίζουν και χωρίς τη βοήθεια ουσιών.

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ασκώντας αυστηρή κριτική στη φιλοσοφία και στη λειτουργία της αστικής κοινωνίας, χαρακτήριζε μίζερα, νευρωτικά τα άτομα με επίμονη και σταθερή επιδίωξη απόκτησης ατομικής ιδιοκτησίας και υλικών πραγμάτων, και ο Έριχ Φρομ συμπληρώνει: «Το άτομο που ασχολείται αποκλειστικά με την κατοχή και απόκτηση υλικών πραγμάτων, είναι νευρωτικό. Από αυτό θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι και η ίδια η κοινωνία […] είναι μια κοινωνία άρρωστη».
[7]
Η ατομική ιδιοκτησία επιβάλλει τελικά πάνω στο άτομο τις δικές της ιδιότητες, όπως τον ατομισμό, το νοσηρό εγωισμό, τον μέχρι θανάτου ανταγωνισμό, την απληστία, το μισανθρωπισμό, την ανηθικότητα, την αδικία και την παραβατικότητα, με κατάληξη το έγκλημα και τον πόλεμο, πράγματα που οι απολογητές του κεφαλαίου τα αποδίδουν σε βιολογικούς όρους, όπως την ανθρώπινη φύση, για να απαλλάξουν την ατομική ιδιοκτησία και τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής από την ευθύνη γι’ αυτή την εκτροπή του ατομικού ιδιοκτήτη, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για κοινωνικά φαινόμενα συνυφασμένα με τη φύση της ατομικής ιδιοκτησίας. «Η ιδέα της αδικίας και συνεπώς και της τιμωρίας του αδικούντος δεν εμφανίζονται με την πρώτην, την πρωτόγονον κοινωνίαν του ανθρώπου. Κατά την περίοδον ταύτην, με το να μην υπάρχη ούτε στα κινητά πράγματα ούτε στα ακίνητα ατομική ιδιοκτησία, δεν ήτο δυνατόν να γίνη αφαίρεσις ξένης ιδιοκτησίας, προσβολής της τιμής του άλλου και αφαίρεσις της ζωής του πλησίον. Αι τοιαύται πράξεις ή παραλείψεις αρχίζουν να εμφανίζωνται ως διατάραξις της κοινωνικής συμβιώσεως από της εποχής κατά την οποίαν διεσπάσθη η οργάνωσις του γένους και ήρχισε να επικρατεί ο νέος θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας. […] Όταν επήλθεν εντός των πρωτογόνων κοινωνικών οργανώσεων (γένους, φυλής, πατριάς) ανατροπή των όρων της κοινοβιακής ισότητος και εντεύθεν εδημιουργήθησαν αι κοινωνικαί ανισότητες, ο άνθρωπος, ως άτομον αναλόγως της θέσεώς του μέσα εις την κοινωνίαν, ήρχισε να ρέπη προς την αδικίαν. Δηλαδή ήρχισε να παραβαίνη τας μέχρι τούδε ισχυούσας κοινωνικάς εντολάς και να ιδιοποιήται ωρισμένα αντικείμενα ανήκοντα εις την πατριάν του ή εις άλλους. […] Παραλλήλως, δε, προς την περαιτέρω ανάπτυξιν και επέκτασιν του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας, εγεννήθη και ισχυροποιήθη και το ατομικιστικόν αίσθημα: “τούτο είναι δικό μου”. Επειδή δε, δεν υπήρχεν αφθονία αγαθών, εκείνοι οι οποίοι δι’ οιονδήποτε λόγον δεν ηδύναντο να αποκτήσουν τοιαύτα, ήρχισαν, διά της αρπαγής ή της κλοπής, τα αγαθά τα οποία δεν ανήκον εις αυτούς να τα κάμνουν “δικά των”. […] Όταν δε αργότερον εις ωρισμένας περιφερείας το ιερατείον είχεν εξαιρετικήν εξουσίαν εις χείρας του, διά των υπό τύπον θεϊκής εντολής θεσπιζομένων ποινικού περιεχομένου θεσμών, πρωτίστως επροστάτευεν τα προνόμια και τα δικαιώματά του ως και τα προνόμια και δικαιώματα των ευγενών. Συνεπώς μετά τη διάλυσιν του γένους και της πατριάς, οι θεσμοί οι περιέχοντες ποινικάς κυρώσεις ως δικαιολογητικήν των βάσιν είχον το δίκαιον του ισχυρότερου».
[8] Είναι συνεπώς προφανές ότι η Φύση δεν δημιουργεί εγκληματίες. Τους εγκληματίες τούς γεννάει η ατομική ιδιοκτησία και το κεφάλαιο, ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς. Το έγκλημα το γεννάει το φαύλο σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, της οικονομικής και της κοινωνικής ανισότητας, που μεταμορφώνει ανθρώπινα όντα, ως άλλη μυθική Κίρκη, σε μισάνθρωπους ηγεμόνες και σε διεστραμμένους εξουσιαστές, σε αργυρώνητους «σοφούς» συμβουλάτορες, σε δήμιους και σε χαφιέδες, σε φαύλους πιστούς, οπαδούς και υπηκόους, σε ζόμπι και μοιρολάτρες δούλους, φιγούρες του γκροτέσκου και του τραγικού, σκιές ανθρώπινες που δείχνουν στους υπόλοιπους που αντιστέκονται τι οφείλουν να μην κάνουν και τι πρέπει να κάνουν, για να μείνουν άνθρωποι, αυτοί και οι γενιές που έρχονται.

Αυτή η καπιταλιστική πραγματικότητα αναγκάζει τα υποκείμενα της ατομικής ιδιοκτησίας ν’ απομακρύνονται από την κοινωνία, να χάνουν σταδιακά την ανθρωπιά τους, να γίνονται περισσότερο ανασφαλή άτομα, σκληροί εκμεταλλευτές των συνανθρώπων τους που είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σ’ αυτούς για να μεγαλώνει η ατομική ιδιοκτησία των αφεντικών τους. Γίνονται υπονομευτές των αντιπάλων τους, καθώς είναι αναγκασμένοι, για να σώσουν και να μεγαλώσουν την περιουσία τους και την εξουσία τους, να κάνουν εγκλήματα ατομικά και μαζικά, ακόμα και γενοκτονίες ολόκληρων λαών, στο όνομα κάποιας πατρίδας που την ταυτίζουν με τη δική τους περιουσία και εξουσία, με αποτέλεσμα να καταλήγουν εγκληματίες σε βάρος της ανθρωπότητας και του πολιτισμού.

Όλα αυτά δείχνουν, τελικά, πως η ατομική ιδιοκτησία όχι μόνο δεν προστατεύει τους κατόχους της, αλλά αντίθετα τους εκθέτει σε πολλαπλούς κινδύνους, αλλοιώνει την ανθρώπινη ιδιότητά τους, υπονομεύει τα ατομικά Εγώ τους και τα αναγκάζει να καταφεύγουν σε τοξικές θεωρίες και ιδεολογίες και σε ένα ταξικό υποκείμενο με τη μορφή του καπιταλιστικού κράτους, που στρέφεται ενάντια στην εργαζόμενη κοινωνία, ενάντια στο γενεσιουργό Εμείς, καταστρέφοντας τη μήτρα που τους γέννησε ως ανθρώπους, τη Φύση και τον ανθρώπινο πολιτισμό. Το τραγικά διδακτικότερο όλων είναι ότι τα Εγώ που αγνοούν ή αρνούνται ότι προέρχονται από το Εμείς, τελικά αυτοκαταστρέφονται τα ίδια ως ανασφαλή και ανελεύθερα αποανθρωποποιημένα εργαλεία μιας λαθεμένης αντίληψης και ενός καταστροφικού εξουσιαστικού μηχανισμού που κομματιάζει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, την οντολογική υπόσταση εκατομμυρίων ανθρώπων, των κατόχων ατομικής ιδιοκτησίας μη εξαιρουμένων, έναντι «μιας χούφτας δολαρίων» το κεφάλι.

Το γεγονός ότι η ιδεολογία περί ατομικής ιδιοκτησίας αδυνατεί να πείσει όλη την κοινωνία για την ορθότητα και χρησιμότητά της, ανάγκασε την κυρίαρχη τάξη να την καταστήσει κρατική θρησκεία με την έννοια της λεγόμενης «ελεύθερης αγοράς» που συγχρονίζεται με τη σκοταδιστική θρησκεία, σύμφωνα με την οποία ο «θεός» έδωσε ελευθερία στους ανθρώπους όχι να μοιράσουν για να ζήσουν όλοι, αλλά να «κατακυριεύσουν τη Γη», όσοι προλάβουν βέβαια, γιατί σύμφωνα μ’ αυτές τις αντιλήψεις, που εμφανίζονται ακόμα και ως αναρχικές, «το άτομο οφείλει να βάζει τον εαυτό του στο κέντρο των πραγμάτων και στη συνέχεια να κάνει κτήμα του όσο μεγαλύτερο μέρος του  κόσμου μπορεί».[9] Όσο για τους άλλους που δεν κατάφεραν να ανήκουν στην «Ένωση των Εγωιστών», «έχει ο θεός», και με την ευλογία του θα τους φροντίσει το κράτος των ιδιοκτητών. Ο σκοπός ήταν να αναγνωριστεί το κράτος ως αφέντης και όχι ως συνολική έκφραση της κοινωνίας, με αποτέλεσμα την υποταγή της εργαζόμενης κοινωνίας σε μια πολυκέφαλη εξουσία που είναι ταυτόχρονα κράτος, «θεός», κεφάλαιο, νόμοι, δικαστήρια, στρατός, αστυνομία και κοινοβούλια, πίσω από τα οποία κρύβεται η μόνη πραγματική εξουσία, αυτή της τάξης των μεγαλοϊδιοκτητών των μέσων παραγωγής, το απάνθρωπο και καταστροφικό μεγάλο κεφάλαιο.

Για να το πετύχει αυτό το κεφάλαιο, έπρεπε να αποσπάσει το άτομο από την κοινωνία και τεμαχίζοντάς το σε θνητό σώμα και σε δήθεν «αθάνατη ψυχή» να το «θεοποιήσει», καλλιεργώντας του την ψευδαίσθηση ότι το Εγώ είναι ανώτερο από το Εμείς και συνεπώς το άτομο μπορεί να υπάρξει εκτός, και να δρα εναντίον, της κοινωνίας. Έτσι, αποκαλύπτεται ότι τα παραμύθια, της αστικής ιδεολογίας, της θρησκείας και κάποιων γκουρού της λεγόμενης αναρχίας, περί ατομικής ελευθερίας εκτός κοινωνίας, που ευλογούν την ατομική ιδιοκτησία, τελικά δεν εξυπηρετούν το άτομο αλλά το κεφάλαιο και την εξουσία των λίγων πάνω στους πολλούς, που ως εκμεταλλευόμενοι και εξαρτημένοι από την εξουσία των λίγων χάνουν την ελευθερία τους και πολύ συχνά και τη ζωή τους, για να νιώθουν ασφάλεια τα αφεντικά τους.

Καταλήγοντας μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα άτομα που αναλώνουν τη ζωή τους στην απόσπαση, με την ωμή βία ή με τη βία των νόμων που τα ίδια θέσπισαν, από την κοινωνία υλικών και άυλων αξιών, για να τα συσσωρεύσουν ως ατομική τους ιδιοκτησία που ξεπερνάει τις πραγματικές τους ανάγκες, υπέταξαν τη ζωή τους σε νεκρά υλικά πράγματα που ξεπερνούν τους ιδιοκτήτες τους και ως ατομική ιδιοκτησία στέκονται εχθρικά απέναντι στην κοινωνία. Άτομα και κοινωνίες, όμως, που δεν κυριαρχούνται από τη δίψα για ζωή και από τη ζωή την ίδια, αλλά από τη μανία απόκτησης και συσσώρευσης ατομικής ιδιοκτησίας, πλούτου και ανθρώπινων νεκρών υλικών δημιουργημάτων, γίνονται αρνητές της ζωής και της κοινωνίας που αποσκοπούν στην καθολική ευτυχία, γιατί ποτέ και κανένα άτομο δεν μπόρεσε να είναι ευτυχισμένο όταν η δική του ευτυχία προέρχεται αλλά και απειλείται από τη δυστυχία των συνανθρώπων του.

Αυτή η γκρίζα πραγματικότητα υποδηλώνει τελικά ότι σ’ αυτήν την περίπτωση το σημαίνον δεν είναι το Εγώ, αλλά η ατομική ιδιοκτησία, η οποία συνθλίβει κυριολεκτικά, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, τους φορείς της. Οπότε προκύπτει το ερώτημα αν μπορεί, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας να υπάρξει το Εγώ εκτός κοινωνίας, όταν μάλιστα αυτό δεν προσδιορίζεται από το Εμείς και το «γνώθι σ’ αυτόν», αλλά από σκοταδιστικούς μύθους και εξουσιαστικές ιδεολογίες. Όταν το Εγώ δεν ταυτίζεται με το συλλογικό Είναι, με το Εμείς, αλλά με την ιδιοκτησία, τότε «το Εγώ δεν είναι στην αρχή παρά η καθαρά αφηρημένη υποκειμενική ύπαρξη, η καθαρά κατηγορηματική ύπαρξη, η ύπαρξη που αν και διαφοροποιείται με τον εαυτό της δεν έχει σαν περιεχόμενο την αληθινή διαφορά, το προσδιορισμένο περιεχόμενο βρίσκεται έξω από τον εαυτό του και εδρεύει στο αντικείμενο».[10]
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε τι σημαίνει, για την κατά Χέγκελ[11]  φιλοσοφία του πνεύματος και του δικαίου, το να ταυτίζεται το Εγώ με το αντικείμενο, δηλαδή να ‘εδρεύει’ στην ατομική ιδιοκτησία και όχι στο συλλογικό υποκείμενο, στο Εμείς: «Με την εξάλειψη του αντικειμένου, το υποκείμενο εξαλείφει την ίδια του την ατέλεια. Αυτός ο διχασμός του εαυτού μέσα σε ένα Εγώ που βρίσκεται σε σχέση μ’ ένα εξωτερικό αντικείμενο δίνει μια αντικειμενική ύπαρξη στην υποκειμενική υπόσταση, το ίδιο που κάνει το αντικείμενο μια ύπαρξη υποκειμενική».[12] Με απλά λόγια, ο Χέγκελ μας λέει πως η ατομική ιδιοκτησία μάς διαφοροποιεί, δηλαδή μας αποσπά από το Εμείς, το συλλογικό εαυτό μας, τον οποίο και διχάζει υποτάσσοντάς τον ως αντικείμενο της ιδιοκτησίας που υποκειμενικοποιείται θεσμικά και γίνεται το σημαίνον και οι ατομικοί ιδιοκτήτες γίνονται απλά σημαινόμενα, γίνονται δούλοι του πλούτου τους, εχθροί των συνανθρώπων τους και εγκληματίες σε βάρος της κοινωνίας-ανθρωπότητας.

Καταλήγοντας διαπιστώνουμε πως η ατομική ιδιοκτησία παραμορφώνει τις οικονομικές δομές με αποτέλεσμα την υπερδιόγκωση των μη παραγωγικών τομέων, που αποσκοπούν στην υποστήριξη των ανισοτήτων και της εξουσίας του κεφαλαίου σε βάρος της κοινωνίας και την παραμέληση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας που αποσκοπούν στην κάλυψη των βασικών αναγκών της κοινωνίας. Αυτή η αναντιστοιχία εκδηλώνεται με αλυσιδωτές οικονομικές κρίσεις σε μορφή σπιράλ που μεγεθύνουν τις ανισότητες, διευρύνουν την παγκόσμια πείνα και περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες σε αναλογία του 1% που κατέχει τα μέσα παραγωγής και ελέγχει την παγκόσμια οικονομία, προς το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού που φυτοζωεί ταπεινωμένο και καταπιεζόμενο.

Το συμπέρασμα που λογικά προκύπτει από αυτήν την ανάλυση είναι ότι η ατομική ιδιοκτησία καταστρέφει τις θεμελιακές ιδιότητες του ανθρώπου, ως κοινωνικό και ιστορικό υποκείμενο, το οδηγεί ενάντια στη συλλογικότητα, στο Εμείς, από την οποία προέρχεται και μ’ αυτόν τον τρόπο περιορίζει, τους βαθμούς ελευθερίας και ασφάλειας τόσο του ιδιοκτήτη της, όσο και των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας. Από αυτόν τον φαύλο κύκλο, της αντικοινωνικής αποανθρωποποίησης εξαιτίας της ατομικής ιδιοκτησίας και της απάνθρωπης σκοταδιστικής-θρησκευτικής αγυρτείας[13], μπορεί να μας βγάλει μόνο μια ‘επιστροφή στο Εμείς’, στη μικρή, στη μεγάλη και στην πολύ μεγάλη κοινωνία και στην επανασυγκόλλησή της, με την οριστική και ριζική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, της μόνης ικανής και αναγκαίας συνθήκης για να βγει η ανθρωπότητα από την καπιταλιστική βαρβαρότητα[14] και να μπει στην εποχή της πραγματικής ελευθερίας, της καθολικής ασφάλειας και του οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού της άμεσης δημοκρατίας με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία[15].

Κι όποιοι έχουν κάτι καλύτερο να προτείνουν ας μην το κρατάνε για τον εαυτό τους. Ας το καταθέσουν το στο δημόσιο διάλογο, ο οποίος δεν έβλαψε ποτέ και κανέναν, εκτός από εκείνους που μας θέλουν κωφούς, μουγκούς, τυφλούς και δούλους κάποιου θεού που μας μισεί και αφέντη που μας ταπεινώνει, μας εκμεταλλεύεται και τελικά, για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του, μας σκοτώνει.


[1] Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017, σελ. 60-67.
[2] John Ernst Steinbeck (1902-1968). Αμερικανός συγγραφέας, τιμήθηκε το 1962 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
[3] Erich Fromm (1900-1980). Γερμανός ουμανιστής κοινωνιολόγος και φιλόσοφος.
[4] Ο Νίκος Δήμου είναι Έλληνας συγγραφέας.
[5] «Εγώ ο εγωιστής, δεν έχω στην καρδιά μου την ευημερία αυτής της ‘ανθρώπινης κοινωνίας’. Δεν θυσιάζω τίποτα σ’ αυτήν, μόνο την χρησιμοποιώ, για να μπορώ όμως να την χρησιμοποιώ πλήρως, την μετατρέπω σε ιδιοκτησία μου και δημιούργημά μου, δηλαδή, την εκμηδενίζω και σχηματίζω στην θέση της την ένωση των εγωιστών», Stirner Max, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 194.
[6] Freyer Hans, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ., σελ. 173.
[7] Έριχ Φρομ, Να Έχεις ή να Είσαι;, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1978, σελ. 111.
[8] Γιάννης Κορδάτος, Εισαγωγή εις την νομικήν επιστήμην, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1977, σελ. 151.
[9] Max Stirner, The Ego and Its Own [Το Εγώ και το δικό του], Rebel Press, London 1993.
[10] Georg Hegel, Φιλοσοφία του πνεύματος, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ., σελ. 17.
[11] Georg Wilhelm Friedrich Hegel (1770-1831). Γερμανός φιλόσοφος.
[12] Στο ίδιο, σελ. 51.
[13] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.
[14] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[15] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό. ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
πηγή

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

''Κρίσεις πανικού''









Γράφει η Ιωάννα Λίλια

Χέλοου! Ελπίζω να σας βρίσκω καλά! Αυτή την εβδομάδα θα σας μιλήσω για ένα θεματάκι όπου σίγουρα έχετε ακούσει ή διαβάσει, ελπίζω όμως να μην το ζήσατε. Κρίσεις πανικού, αυτή η μάστιγα. 
Θέλω να ξεχωρίσω εξ'αρχής ότι είναι τελείως διαφορετικό να έχουμε ζήσει ένα επεισόδιο κρίσης, απ' το να πάσχουμε από διαταραχή πανικού, γι'αυτό θα σας τα πω όσο πιο απλά μπορώ ώστε να κατανοήσετε την φύση του προβλήματος! 
Όλα ξεκινούν όταν δεν το περιμένεις. Στην ζωή σου φαινομενικά δεν αντιμετωπίζεις δυσκολίες, σχεδόν δοξάζεις την τύχη σου, όταν θα σου χτυπήσει για πρώτη φορά την πόρτα και ότι πίστευες μέχρι τότε, μονομιάς γκρεμίζεται.
Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα την ένταση της κρίσης. Ναι, υπάρχουν ήπιες μορφές και βαριές όπως αντιστοίχως αλλάζει και η χρονική συχνότητα. 
Ξεκινά πάντα με ταχυπαλμίες. Δεν καταλαβαίνεις αρχικά τι είναι και προσπαθείς στο επόμενο λεπτό να το διαχειριστείς. Δεν μπορείς. Μια σειρά συμπτωμάτων έρχονται να παραλύσουν το είναι σου. Ιδρώνεις, τρέμεις, πνίγεσαι. Θέλεις να βγεις να γεμίσεις τα πνευμόνια σου με οξυγόνο αλλά δεν μπορείς. Τα νιώθεις να αδειάζουν. Η αναπνοή δεν σου φτάνει και ένας φόβος θανάτου έρχεται να ταράξει το ήδη ταραγμένο σου κορμί. Και εκεί που σε πιάνουν τάσεις λιποθυμίας, εκεί αρχίζει και υποχωρεί. Δεν ζητάς βοήθεια απ'την αρχή. Έχεις ανοίξει το γκούγκλ και πληκτρολογείς ένα ένα τα συμπτώματα. Αγχώνεσαι. Αποφασίζεις να μιλήσεις στην μάνα σου, στην φίλη σου, στον άντρα σου. 
Δεν καταλαβαίνουν και μην θυμώνεις. Αν δεν το είχα ζήσει δεν θα ήμουν εδώ τώρα να σας γράφω γι'αυτό. Έτσι κι αυτοί. Είναι αδύνατον να νιώσουν τι νιώθεις. 
Καθώς οι κρίσεις γίνονται όλο και πιο συχνές αποφασίζεις να επισκεφτείς έναν ειδικό. Η ιδέα και μόνο σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ξεχωρίζεις ανάμεσα στους ''φυσιολογικούς''. Ο γιατρός σε καθησυχάζει και σε στέλνει σούμπιτι σε ψυχολόγο. Ψυχολόγο; Τι είπες τώρα; Πας διστακτικά. Οι ημέρες περνούν και αρχίζεις να αισθάνεσαι ασφάλεια. Μαθαίνεις για τις διαφραγματικές αναπνοές, για ασκήσεις χαλάρωσης, πώς να κάνεις ένα πράγμα την φορά και όχι δέκα. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις καινούργιες γνώσεις, καταλαβαίνεις για πρώτη φορά, την παθαλογία του προβλήματος καθώς και ότι δεν φταις μόνο εσύ. Φταίνε και αυτοί που κατάλαβαν νωρίς τι ψυχή κουβαλάς αλλά συνέχισαν να σε εκμεταλλεύονται προς όφελός τους. Που ρούφηξαν κάθε σταγόνα ανθρωπιάς μέχρι που δεν σου απέμεινε κουράγιο για σένα, για την πάρτη σου.
Μέρα με την μέρα, αρχίζεις να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου. Αναθεωρείς, πεισμώνεις, υπόσχεσαι. Ότι δεν θα ξαναπέσεις. Ότι είσαι δυνατός. Ότι πέρασε. Προσπαθείς να βοηθήσεις κι άλλους ανθρώπους. Μιλάς ανοιχτά γι'αυτό πλέον χωρίς ταμπού και ντροπές. Έστω κι ένας να βοηθηθεί είναι σημαντικό. Ναι, είναι.
Εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν. Που ίσως ντρέπονται ή απλά δεν αποδέχονται το πρόβλημα τους. Μην ξοδεύεις την ζωή σου αγνοώντάς το και μην πνίγεσαι στα γιατί, έτσι δεν το λύνεις, απλά το κουκουλώνεις, το καθησυχάζεις μέχρι την επόμενη φορά. Και κάθε φόρα που θα έρχεται τόσο πιο πολύ θα δυναμώνει. Γιατί αν δεν μάθεις να το διαχειρίζεσαι θα επιστρέφει και θα σε καταστρέφει σιγά σιγά και τόσο βασανιστικά. Δεν είναι τίποτα. Πίστεψέ με! Το μόνο που χρειάζεσαι δεν είναι ένας ώμος να κλάψεις αλλά μια κλωτσιά να σε κουνήσει από την θέση σου, να προχωρήσεις. Η παρηγοριά είναι για τους αδύναμους. Εμείς είμαστε δυνατοί. Σήκω και πάτα στα πόδια σου!

Μίλα, αποδέξου, ζήτησε βοήθεια. Είμαι εδώ. Είμαστε εδώ. 

https://www.youtube.com/watch?v=d-diB65scQU